«ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΦΑΓΟΠΟΤΙ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Σάββατο, 18/04/2026 13:14
Η παράσταση «Το Μεγάλο Φαγοπότι», που παρουσιάζεται στο Θέατρο Συγγρού 33 σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Βασιλακόπουλου, δεν επιδιώκει να ευχαριστήσει τον θεατή, αλλά να τον φέρει αντιμέτωπο με τα όρια της επιθυμίας και της ύπαρξης. Μέσα από μία έντονη αλληγορική αισθητική επιλογή, αποκαλύπτει την υπαρξιακή κενότητα της κοινωνίας.
Η ιδέα είναι δυνατή και η βάση προέρχεται από την ταινία La Grande Bouffe του Marco Ferreri. Τέσσερις άνδρες απομονώνονται σε μια πολυτελή έπαυλη με έναν ακραίο στόχο: να φάνε μέχρι θανάτου. Αν και διαθέτουν τα πάντα, επιλέγουν να αυτοκαταστραφούν για να αποκτήσει η ζωή τους νόημα. Η αφήγηση δεν βασίζεται στην πλοκή, αλλά στην τελετουργία της αποσύνθεσης. Κάθε λουκούλλειο γεύμα, κάθε σωματική υπέρβαση, κάθε στιγμή παρακμής, όπου το σώμα καταρρέει και η επιθυμία εξαντλείται, αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς το αναπόφευκτο τέλος.
Το Μεγάλο Φαγοπότι μοιάζει με σύγχρονο σατιρικό δράμα. Η ύβρις της υπερκατανάλωσης οδηγεί αναπόφευκτα στη νέμεση. Είναι μια αλληγορία του δυτικού κόσμου σε κρίση – ενός κόσμου που καταναλώνει ασταμάτητα, σχεδόν αυτάρεσκα, την ίδια στιγμή που γύρω του καταρρέουν βασικές αξίες και πραγματικότητες.
Εδώ, το φαγητό μετατρέπεται από σύμβολο ζωής σε εργαλείο θανάτου. Η τροφή υπερβαίνει τη φυσική της διάσταση και μετατρέπεται σε εξουσία, πλούτο και επιβολή. Η «λαιμαργία» λειτουργεί ως σχόλιο πάνω στην καπιταλιστική κοινωνία της αφθονίας, όπου η επιθυμία δεν «χορταίνει» ποτέ. Όσο αυξάνεται η ποσότητα, τόσο μειώνεται η ανθρώπινη υπόσταση.
Παράλληλα, η σύνδεση τροφής και σεξ υπογραμμίζει την εξάντληση κάθε μορφής απόλαυσης. Το σώμα παρουσιάζεται γκροτέσκο, ευάλωτο και θνητό, όπου διαρκώς αποδομείται, αποκαλύπτοντας την ευθραυστότητα της ανθρώπινης φύσης. Το «φαγοπότι», συνεπώς, αποκτά διαστάσεις κριτικής απέναντι σε φαινόμενα κοινωνικής ανισότητας και ηθικής αποσύνθεσης.
Οι ήρωες λειτουργούν ως συμβολικές φιγούρες της αστικής τάξης. Ο σεφ, ο πιλότος, ο δικαστής, ο τηλεοπτικός παραγωγός εκπροσωπούν θεσμούς και κοινωνικούς ρόλους που απογυμνώνονται από το κύρος τους και εκτίθενται στη γελοιότητα της υπερβολής. Οι γυναικείες μορφές συμπυκνώνονται σε δύο πρόσωπα. Η δασκάλα και η πόρνη λειτουργούν επί σκηνής σαν alter ego.
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Κωνσταντίνου Βασιλακόπουλου με την αρωγή των Νεφέλη Παπαναστασοπούλου και Γιώργου Δασκαλάκη στη δραματουργική επεξεργασία, είναι ένα κράμα μαύρου χιούμορ, γκροτέσκ και μελαγχολίας με έμφαση στη σωματικότητα των ηθοποιών. Δεν υπάρχει «κλασική δράση» με πλοκή και ανατροπές. Αντίθετα, η παράσταση λειτουργεί σαν μια διαδικασία παρακμής, ένα συνεχές γλέντι που μετατρέπεται σε αργή αυτοκαταστροφή, όπου οι ήρωες από κυνηγοί γίνονται θηράματα, καταναλώνουν μέχρι να καταναλωθούν. Η αποφυγή ρεαλιστικών αναπαραστάσεων και η υιοθέτηση ενός πιο αφαιρετικού σκηνικού κώδικα (Geurt Holdijk - House of Architects) ενισχύουν τον συμβολικό χαρακτήρα της παράστασης. Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν η ρυθμική αγωγή (κίνηση Ερμή Μαλκότση) και η χρήση του σώματος ως εκφραστικού εργαλείου, στοιχεία που συμβάλλουν στη δημιουργία μιας αμηχανίας χωρίς διέξοδο. Η μουσική του Μιχάλη Παρασκάκη, τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Βασιλακόπουλου και τα φώτα του Βασίλη Αποστολάτου συνάδουν με τη σκηνοθεσία.
Σε επίπεδο ερμηνειών, οι ηθοποιοί (Ιφιγένεια Βαρελά, Θανάσης Δήμου, Χάρης Χαραλάμπους - Καζέπης, Δημοσθένης Παπαδόπουλος, Γκαλ Ρομπίσα και Εύη Σαουλίδου) συγκροτούν ένα συνεκτικό σύνολο που κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και την υπερβολή, δημιουργώντας ένα υβριδικό ύφος που θυμίζει θεατρικό γκροτέσκο. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής ένταση ανάμεσα στο κωμικοτραγικό. Ο ηδονιστής πιλότος ζει και αναπνέει μόνο για το σεξ. Ο διανοούμενος δικαστής είναι εγκλωβισμένος στην χαμένη του αθωότητα. Ο κυνικός τηλεοπτικός παραγωγός, που αερίζεται όπου βρεθεί και όπου σταθεί, αποδέχεται το τέλος του. Ο παθητικός σεφ παρασύρεται στην υπερκατανάλωση. Η γυναίκα είναι η φωνή της λογικής.
Ποιος τελικά συμμετέχει σε αυτό το “φαγοπότι”; Ποιος ωφελείται και ποιος χάνεται; Και, κυρίως, σε ποια θέση βρισκόμαστε εμείς οι ίδιοι;
Συνοψίζοντας, δεν είναι μια παράσταση εύκολη ή ευχάριστη. Σε προκαλεί, σε πιέζει, νιώθεις δυσφορία, γελάς αρχικά και σε αφήνει να αποφασίσεις αν θα μπεις στο παιχνίδι της. «Το Μεγάλο Φαγοπότι», η αισθητική της υπερβολής και το θέατρο της αυτοκαταστροφής.


