«ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.0/5 rating 1 vote

Το «Στο εσωτερικό» («Intérieur») του Maurice Maeterlinck είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του συμβολιστικού θεάτρου και υπόδειγμα στατικού δράματος. Δε βασίζεται στην εξέλιξη της πλοκής, αλλά στην αναμονή της αποκάλυψης, την σιωπή, το ηθικό και ψυχολογικό βάρος της γνώσης.

Ο πυρήνας του έργου είναι ο πνιγμός ενός κοριτσιού, που δε διευκρινίζεται αν πρόκειται για θάνατο ή αυτοκτονία. Ο συγγραφέας δημιουργεί ένταση, αντιπαραβάλλοντας το άγχος των χαρακτήρων στον κήπο με τη γαλήνη και την άγνοια της οικογένειας μέσα στο σπίτι. Πιστεύει, ακράδαντα, ότι ο άνθρωπος είναι τελικά ανίσχυρος απέναντι στις δυνάμεις της μοίρας.

Ο γέρος και ο ξένος στέκονται έξω από το σπίτι της οικογένειας, προσπαθώντας να βρουν τον τρόπο να ανακοινώσουν την είδηση του θανάτου της κόρης τους. Καθώς το πλήθος πλησιάζει με το πτώμα, ο γέρος μπαίνει στο σπίτι και διακρίνεται μέσα από τα παράθυρα να τους ενημερώνει για το συμβάν.

Ο συγγραφέας δημιουργεί ένα θέατρο, όπου ο θάνατος είναι αόρατος αλλά πανταχού παρών, η οικογένεια μοιάζει προστατευμένη αλλά εύθραυστη, η αλήθεια είναι απλή αλλά αβάσταχτη. Είναι ένα τελετουργικό έργο για τη στιγμή πριν αλλάξουν όλα. Για τη στιγμή που η αθωότητα χάνεται και η γνώση εισβάλλει. Το γεγονός έχει συντελεστεί και ο θεατής παρακολουθεί τον απόηχό του. Η οικογένεια συνεχίζει την καθημερινότητά της μέσα στο σπίτι, ανυποψίαστη. Το κοινό όμως γνωρίζει ότι αυτή η εικόνα είναι καταδικασμένη να ανατραπεί, βιώνοντας το δίπολο της ορατής γαλήνης και της αόρατης καταστροφής. Αυτό δημιουργεί τραγική ειρωνεία, αλλά χωρίς δραματικές κορυφώσεις.

Οι δύο αγγελιοφόροι μοιάζουν παγιδευμένοι ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, λειτουργώντας σαν όργανα της μοίρας. Αυτό δημιουργεί μια μεταφυσική διάσταση, καθώς ο Maeterlinck δεν ενδιαφέρεται για τον θάνατο αυτόν καθαυτόν, αλλά για τη συνύπαρξη ζωής και θανάτου, την ρήξη ανάμεσα στην άγνοια και τη γνώση με μια γλώσσα απλή, επαναληπτική, υπαινικτική.

Το «εσωτερικό» δεν είναι μόνο το σπίτι της οικογένειας, αλλά ο κλειστός κόσμος της ανθρώπινης αυταπάτης, της ψευδαίσθησης της ασφάλειας και της σταθερότητας που αγνοεί το αναπόφευκτο. Αντίθετα, το «εξωτερικό» λειτουργεί σαν το πεδίο της γνώσης, της μοίρας, του αναπόδραστου. Εκεί, όπου οι αγγελιοφόροι του μοιραίου κουβαλούν την αλήθεια που διαρρηγνύει την αθωότητα. Το παράθυρο είναι το όριο ανάμεσα στην γνώση και την άγνοια, τη ζωή και τον θάνατο.

Η σκηνοθετική γραμμή της Ελένης Παργινού στη μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη επιλέγει να σεβαστεί αυτή τη δραματουργική ιδιαιτερότητα. Δεν επιχειρεί να «γεμίσει» το έργο με εξωτερική δράση. Απεναντίας, διατηρεί την ποιητική ψυχρότητα του Maeterlinck και επενδύει στη σιωπή, την ακινησία και την ρυθμική αναπνοή του λόγου χωρίς περιττό συναισθηματισμό.

Το σκηνικό των Όλγας Μπρούμα και Ματίνας Μέγκλα, λιτό και εστιασμένο, υπηρετεί τη συμβολιστική γραφή. Οι διαχωριστικές επιφάνειες λειτουργούν ως μεμβράνες ανάμεσα στους δύο κόσμους. Η ορατότητα χωρίς πρόσβαση αποτελεί ισχυρό εικαστικό εύρημα. Το σκηνικό δεν αναπαριστά ρεαλιστικά έναν κήπο και ένα αστικό σαλόνι, αλλά οργανώνει έναν μεταιχμιακό χώρο, όπου το εσωτερικό και το εξωτερικό αποκτούν υπαρξιακή διάσταση. Το μεγάλο ξύλινο τραπέζι και οι καρέκλες αλλάζουν θέσεις διαρκώς. Το χώμα συμβολίζει τη μνήμη, την επιστροφή στις ρίζες, τον κύκλο ζωής, την ύλη της ταφής, της απορρόφησης, της σιωπηλής αποδοχής. Το νερό είναι η ρευστότητα της ύπαρξης, το στοιχείο κάθαρσης αλλά και αφανισμού.

Η χρήση live electronics και ηχοτοπιών από τον Κώστα Φραντζή δημιουργεί ένα ηχητικό περιβάλλον που υπογραμμίζει σιωπές, ασάφειες και μεταβάσεις, ενισχύοντας την αίσθηση ότι κάτι πλησιάζει.

Οι υπαινικτικοί φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλλη ενισχύουν την αβεβαιότητα.

Το συμβολιστικό ύφος του κειμένου απαιτεί από τους ηθοποιούς να δημιουργούν συναισθηματικές εντάσεις όχι μέσω λόγου, αλλά μέσω παρουσίας και υπονοούμενου. Το καστ: Γιώργος Φριντζήλας, Ρεβέκα Τσιλιγκαρίδου, Νεφέλη Ανανιάδη, Αλέξανδρος Νούσκας – Βαρελάς και Μάιρα Σιδερίδου δουλεύει με λεπτότητα και εστίαση στη σιωπή και την ασυνήθιστη γλώσσα του έργου με επαναλαμβανόμενες κινήσεις, που χαρακτηρίζονται από οικονομία και εσωτερικότητα.

Συνολικά, η παράσταση είναι ένα μυστηριακό ταξίδι ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, στο “μέσα” και στο “έξω”, στο ιδιωτικό και στο οικουμενικό με μια ρωγμή σχεδόν ανεπαίσθητη και άκρως γοητευτική.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.