«ΠΕΡΣΕΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Τετάρτη, 08/07/2026 01:22
Η τραγωδία «Πέρσες», του Αισχύλου, είναι ένα έργο που αναπνέει μέσα από τον θρήνο. Είναι το πρώτο μεγάλο αντιπολεμικό έργο, όπου η ήττα γίνεται συλλογικό βίωμα και η σιωπή αποκτά μεγαλύτερη ένταση από την κραυγή. Στο επίκεντρο βρίσκεται η εμπειρία της συντριβής. Ένας λαός που περιμένει μάταια, μια μάνα που προαισθάνεται το κακό, ένας νεκρός βασιλιάς που έρχεται για να υπενθυμίσει τα όρια της ανθρώπινης αλαζονείας και, τέλος, ένας ηγεμόνας που επιστρέφει μόνος, έχοντας χάσει τα πάντα. Στην Επίδαυρο, όμως, η παράσταση του Χρήστου Θεοδωρίδη μοιάζει να απογυμνώνει το έργο ακριβώς από αυτό που το συγκροτεί: το πένθος.
Αντιμετώπισε την τραγωδία ως ένα πολιτικό μανιφέστο για τον πόλεμο και τους ηττημένους. Η πρόθεση είναι σαφής, η θέση ξεκάθαρη, όμως η σκηνοθεσία του έμοιαζε να εξαντλείται στην επικαιρότητα του μηνύματος. Έτσι, η απόσταση ανάμεσα στη σύλληψη και την εκτέλεση αποδείχθηκε χαοτική.
Η μεγαλύτερη αδυναμία της σκηνοθεσίας δεν βρισκόταν στις επιμέρους επιλογές της, αλλά στη συνολική της αντίληψη. Ο Θεοδωρίδης φαίνεται να αντιμετώπισε τους Πέρσες περισσότερο ως ένα σύγχρονο πολιτικό σχόλιο παρά ως τραγωδία. Αντί να εμπιστευτεί τη δραματουργική πυκνότητα του Αισχύλου, επιχείρησε να την επικαιροποιήσει με εμβόλιμες αναφορές σε σύγχρονους πολέμους, οι οποίες λειτούργησαν περισσότερο ως εικονογραφικές υποσημειώσεις παρά ως οργανικό πολιτικό σχόλιο. Οι παραλληλισμοί με το σήμερα έμοιαζαν αυτονόητοι, επιφανειακοί και, τελικά, χωρίς πραγματικό διακύβευμα. Στην Επίδαυρο ακούστηκαν οι λέξεις του έργου, αλλά δεν ακούστηκε ο σπαραγμός τους. Και χωρίς σπαραγμό, οι Πέρσες παρέμειναν ένα περίτεχνο περίβλημα, χωρίς την τραγική ψυχή που τους καθιστά διαχρονικούς.
Η σκηνοθετική γλώσσα εξαντλήθηκε σε μια επανάληψη γνώριμης φόρμας: έντονες φωνές που υποκαθιστούσαν τη δραματική ένταση, παρατεταμένες παύσεις που αντί να γεννούν αγωνία παρήγαγαν αμηχανία, μεγάλα σκηνικά κενά που εκλαμβάνονταν ως στοχασμός, ενώ στην πραγματικότητα αποκάλυπταν την αδυναμία εξέλιξης της σκηνικής δράσης. Ο χρόνος της παράστασης έμοιαζε να διαστέλλεται τεχνητά, χωρίς να πυκνώνει το νόημα.
Το αποτέλεσμα ήταν μια παράσταση άνευρη και αμήχανη, υπήρξε σύγχυση μεταξύ βραδύτητας και βαρύτητας και σιωπής με τη σημασία. Εκεί όπου ο Αισχύλος οικοδομεί μια αμείλικτη τραγωδία για την ύβρη, την εξουσία και την κατάρρευση μιας αυτοκρατορίας, η σκηνοθεσία εγκλωβίστηκε σε μια σειρά από αισθητικούς χειρισμούς χωρίς εσωτερική αναγκαιότητα. Οι φωνές δεν συγκλόνιζαν, οι σιωπές δεν ηχούσαν και οι σύγχρονες αναφορές δεν φώτιζαν το έργο. Τουναντίον, διέκοπταν τον ρυθμό του και αποδυνάμωναν την τραγική του δύναμη.
Ακόμη πιο προβληματική υπήρξε η ανάγνωση των προσώπων. Ο κόσμος των Περσών δεν είναι θυμωμένος, είναι διαλυμένος. Οι ήρωες δεν εξεγείρονται απέναντι στη μοίρα τους, αλλά συντρίβονται από αυτήν. Η σκηνοθεσία, ωστόσο, επέλεξε έναν τόνο διαρκούς έντασης, σχεδόν οργής. Η σπαρακτική αίσθηση ότι ένας ολόκληρος κόσμος έχει καταρρεύσει αντικαταστάθηκε από μια επιθετικότητα που ισοπέδωνε τις συναισθηματικές αποχρώσεις. Ο θρήνος απαιτεί εσωτερικότητα, σιωπή που πάλλεται από οδύνη και πρόσωπα που λυγίζουν κάτω από το βάρος της ήττας.
Εδώ, αντί για συντριβή, είδαμε ένταση. Αντί για πένθος, εκνευρισμό. Αντί για το αναπόδραστο βάρος του θανάτου, μια σκηνική νευρικότητα που δεν κατάφερε ποτέ να μετατραπεί σε τραγική εμπειρία. Έτσι χάθηκε η βαθιά τραγική διάσταση του έργου.
Ο Χορός (Αλεξανδρόπουλος Πάρης, Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης Γιώργος, Θεμελή Ξένια, Κισσανδράκης Γιώργος, Κωνσταντινίδης Γιώργος, Μακρής Ντένης, Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Παντερμαλή Αγγελική, Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα, Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης, Φύτρος Σαμψών), θεμέλιο της αισχύλειας δραματουργίας, δεν κατόρθωσε να λειτουργήσει ως συλλογικό σώμα μνήμης και θρήνου. Εδώ, περιορίστηκε σε μια σειρά επαναλαμβανόμενων κινησιολογικών μοτίβων (κίνηση Ξένιας Θεμελή) και σε μια απαγγελία που σπάνια αποκτούσε μουσικότητα ή εσωτερικό παλμό. Ο Χορός δεν θρηνούσε, απλώς εκτελούσε.
Τα στοιχεία που πραγματικά ξεχώρισαν ήταν ο φωτισμός και η μουσική. Οι φωτισμοί των Τάσου Παλαιορούτα και Ιωάννας Αθανασίου έχτιζαν εικόνες και δημιουργούσαν ατμόσφαιρες, που συχνά ήταν πιο εύγλωττες από τη σκηνική δράση. Να σημειωθεί ότι δεν υπήρχαν σκηνικά, επομένως οι φωτισμοί αντικαθιστούσαν τη σκηνική ένδεια.
Η μουσική του Jeph Vanger, από την άλλη, διέθετε δύναμη και δραματικό εκτόπισμα, όμως χρησιμοποιήθηκε τόσο επίμονα ώστε συχνά έμοιαζε να επιχειρεί να επιβάλει το συναίσθημα εκεί όπου η σκηνική δράση αδυνατούσε να το γεννήσει.
Η Μαρία Ναυπλιώτου, ως Άτοσσα, παρέδωσε μια ερμηνεία συναισθηματικά επίπεδη. Η βασίλισσα δεν απέκτησε ποτέ τραγικό μέγεθος. Η φωνή δεν μεταβλήθηκε, η αγωνία δεν κορυφώθηκε, το μητρικό πένθος δεν συγκίνησε. Η παρουσία της παρέμεινε άοσμη και άχρωμη, χωρίς να αφήσει το αποτύπωμα μιας γυναίκας που βλέπει έναν ολόκληρο κόσμο να συντρίβεται.
Η σκηνική αντιμετώπιση του φαντάσματος του Δαρείου ήταν μελανό σημείο. Ο Δημήτρης Καταλειφός είναι ένας ηθοποιός τεράστιου εκτοπίσματος, όμως η σκηνοθετική οδηγία τον εγκλώβισε σε μια παράδοξη περιφορά επί σκηνής, που περισσότερο παρέπεμπε σε έναν αποπροσανατολισμένο ή γραφικό περιπλανώμενο παρά στη μεγαλειώδη σκιά του νεκρού βασιλιά. Το κύρος του προσώπου ακυρωνόταν από τη σκηνική συμπεριφορά, στερώντας από μία από τις κορυφαίες σκηνές της τραγωδίας τη μεταφυσική της δύναμη.
Η ερμηνεία του Σταύρου Σβήγκου ως Αγγελιοφόρου στηρίχθηκε στην οργή, την ένταση και τις συνεχείς φωνασκίες, απομακρυνόμενη από τη δραματουργική ουσία του ρόλου. Ο Αγγελιοφόρος του Αισχύλου είναι ένας εξαντλημένος, συντετριμμένος επιζών που μεταφέρει το βάρος της πανωλεθρίας, όχι ένας εξαγριωμένος πολεμιστής. Έτσι, η εξωστρέφεια της ερμηνείας περιόρισε τη δύναμη και τη συγκίνηση της αγγελικής ρήσης.
Ο Αναστάσης Ροϊλός, ως Ξέρξης, δεν κατάφερε να σηκώσει το βάρος του φινάλε. Ο τελευταίος θρήνος απαιτεί έναν ηγεμόνα συντετριμμένο αλλά και τραγικά μεγάλο. Αντί γι' αυτό, η ερμηνεία παρέμεινε εξωστρεφής, χωρίς εσωτερική διαδρομή και χωρίς τη σπαρακτική ένταση που μετατρέπει τον ηττημένο βασιλιά σε παγκόσμιο σύμβολο της ύβρεως.
Η αισχύλεια τραγωδία, λοιπόν, δεν ζητάει εντυπωσιακές εικόνες ούτε σκηνοθετικές δηλώσεις. Ζητάει μέτρο, ρυθμό και βαθιά κατανόηση του πένθους. Ζητάει να ακουστεί το βάρος της απώλειας μέσα από τις λέξεις, τα σώματα και τις σιωπές. Δυστυχώς, στην παράσταση του Χρήστου Θεοδωρίδη, το τραγικό βίωμα παρέμεινε απόν.


