«ΟΙ ΚΑΡΕΚΛΕΣ» | ΚΡΙΤΙΚΉ
- Ημερομηνία: Τρίτη, 03/03/2026 22:07
Σε μια εποχή, όπου η υπερπληροφόρηση συγχέεται με την ουσιαστική επικοινωνία, το έργο «Οι Καρέκλες» («Les Chaises») του Ευγένιου Ιονέσκο έρχεται να μας υπενθυμίσει την ευαλωτότητα της έννοιας του «νοήματος». Η νέα σκηνική ανάγνωση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου προσεγγίζει το εμβληματικό έργο του θεάτρου του Παραλόγου ως μια βαθιά υπαρξιακή τοιχογραφία για τη μοναξιά, την ασημαντότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, το φόβο της λήθης και την αγωνία της αναγνώρισης.
Η υπόθεση αφορά ένα παντρεμένο ζευγάρι στη δύση του, κάπου στο άγνωστο, σε ένα ξύλινο σπιτάκι, μπροστά στη θάλασσα. Στην απέραντη μοναξιά τους, μετρούν τον χρόνο, αναπολώντας τη ζωή τους. Όσα έγιναν κι όσα δεν έγιναν. Αυτά που θα μπορούσαν να κάνουν, όσα υλοποιηθήκαν τελικά. Η ζωή τους, μία πλάνη. Η Σεμίραμις άλλοτε τον καμαρώνει και άλλοτε τον κατηγορεί. Η απογοήτευσή τους επιτείνεται από την υπαρξιακή τους αγωνία. Απελπισμένοι, εφευρίσκουν ένα παιχνίδι και φαντασιώνονται όσα έχουν να πουν. Το σημαντικό μήνυμα που έχουν να μεταφέρουν στην ανθρωπότητα. Προσλαμβάνεται ένας επαγγελματίας ομιλητής, που διαπιστώνεται πως δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη. Το κουδούνι του σπιτιού αρχίζει να χτυπάει, οι καρέκλες πληθαίνουν, ο χώρος γεμίζει κι όμως το κενό μεγαλώνει. Κάθε καρέκλα που τοποθετείται μοιάζει με μια πράξη πίστης ή απελπισίας. Κενές καρέκλες παντού, μα οι προσκεκλημένοι άφαντοι. Το γηραιό ζευγάρι πιάνει την κουβέντα μαζί τους σαν να βρίσκονται όλοι εκεί. Η μεγάλη στιγμή πλησιάζει, μα δεν θα φτάσει ποτέ. Όλα τείνουν στο τίποτα. Πράξεις χωρίς νόημα, λόγια κενά χωρίς περιεχόμενο, μήνυμα ανύπαρκτο σε μία εφιαλτική ασυναρτησία, γλώσσα κομμένη. Μόνο οι πίκρες, οι ήττες, τα λάθη, τα απραγματοποίητα όνειρα παραμένουν εκεί για να υπενθυμίζουν την ασημαντότητα της ύπαρξης. Ο θάνατος δεν αργεί να έρθει...
Η παράσταση του Πάνου Παπαδόπουλου και της Μαρίας Διακοπαναγιώτου, στη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, απομακρύνεται από την παραδοσιακή γκροτέσκ προσέγγιση και επιλέγει έναν πιο υποβλητικό ρυθμό για να «κραυγάζει» την ιλαροτραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Το χιούμορ μετατρέπεται σε υπαρξιακή ρωγμή. Το γέλιο παγώνει πριν ολοκληρωθεί, αφήνοντας μια αίσθηση αμηχανίας που λειτουργεί αποκαλυπτικά.
Στο ενδεικτικό σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη, οι δύο ηθοποιοί φωτίζουν με τρυφερότητα και ευθυβολία την βαθιά ανθρώπινη διάσταση του γηραιού ζευγαριού, που παλεύει με τον φόβο του κενού και της μοναξιάς.
Ο «Γέρος» του Πάνου Παπαδόπουλου δεν είναι απλώς ένας μεγαλομανής ονειροπόλος, αλλά ένας άνθρωπος που φοβάται ότι δεν άφησε το αποτύπωμά του στον κόσμο τούτο. Η ανάγκη του να μεταδώσει «το μεγάλο μήνυμα» αποκτά δραματικό βάρος.
Δίπλα του, η «Γριά» της Μαρίας Διακοπαναγιώτου, βαθιά αφοσιωμένη και πιστή, συντηρεί την ψευδαίσθηση, γιατί χωρίς αυτήν καταρρέει ο κόσμος τους.
Ο «Ρήτορας» του Νίκου Κωνσταντόπουλου εμφανίζεται στο φινάλε σαν σκηνική ειρωνεία. Η αδυναμία του να αρθρώσει λόγο είναι η διάψευση κάθε προσδοκίας.
Τα κοστούμια της Βενετίας Κονγκ, οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου, η μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου, η επιμέλεια κίνησης της Εύης Σούλη, υποστηρίζουν την σκηνοθεσία.
Ένας ομιλητής που δεν γνωρίζει το Μήνυμα, δύο άνθρωποι που πεθαίνουν χωρίς λόγο, όπως και έζησαν χωρίς λόγο. Πρόκειται για ένα ανατριχιαστικά υπαρξιακό έρεβος που καλύπτει με την παγωμένη πνοή του το επερχόμενο επέκεινα.
«Δεν επικοινωνώ, άρα δεν υπάρχω».


