«Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Παρασκευή, 02/01/2026 13:52
Το «Εχθρός του Λαού» του Ίψεν είναι έργο-παγίδα. Δεν αντέχει την αισθητική αυτάρκεια, ούτε τη σκηνοθετική ευκολία. Απαιτεί θέση, σύγκρουση, απώλειες. Στην εκδοχή του Γερμανού σκηνοθέτη και καλλιτεχνικού διευθυντή της βερολινέζικης Schaubuhne, Τόμας Όστερμαϊερ, την οποία συνυπογράφει μαζί με τον Florian Borchmeyer, στο Θέατρο Κνωσός, το αποτέλεσμα είναι ναι μεν μία παράσταση καλοκουρδισμένη και φαινομενικά δυναμική, αλλά κατά βάθος πολιτικά απονευρωμένη: ένας Ίψεν φιλτραρισμένος μέσα από γνώριμα μοτίβα, που μοιάζουν περισσότερο με υπογραφή σκηνοθέτη παρά με αναμέτρηση με το υλικό.
Ο Όστερμαϊερ εφαρμόζει τη δοκιμασμένη του συνταγή: αποδόμηση, ειρωνική απόσταση, διαρκής υπενθύμιση ότι «αυτό είναι θέατρο». Όμως εδώ η μέθοδος λειτουργεί μηχανικά.
Η σύγκρουση της αλήθειας με την πλειοψηφία δεν κορυφώνεται ποτέ πραγματικά, εξαντλείται σε σκηνοθετικά ευρήματα που σχολιάζουν την πολιτική χωρίς να τη διακινδυνεύουν. Το αποτέλεσμα είναι μία παράσταση που μιλά για ρήξη, αλλά φοβάται να τη βιώσει.
Η διάρρηξη του τέταρτου τοίχου ως φόρμα, που κάποτε αποτελούσε πράξη ριζοσπαστική, εδώ λειτουργεί περισσότερο ως αναμενόμενο τρικ. Οι άμεσες προσφωνήσεις προς το κοινό, οι στιγμές «συνέλευσης», η ψευδαίσθηση συμμετοχής δεν γεννούν πραγματικό κίνδυνο.
Το κοινό δεν εκτίθεται, απλώς επιβεβαιώνεται. Η παράσταση δεν ζητά από τον θεατή να πάρει θέση, του προσφέρει την άνεση του σχολιαστή. Έτσι, η διάρρηξη του τέταρτου τοίχου δεν γίνεται πράξη πολιτικής σύγκρουσης αλλά σκηνοθετικό μοτίβο, επαναλαμβανόμενο και τελικά ακίνδυνο.
Η υπόθεση του «Εχθρού του Λαού» είναι από τις πιο καθαρές πολιτικές αλληγορίες του δυτικού θεάτρου: ένας άνθρωπος που λέει την αλήθεια βρίσκεται απέναντι στην κοινωνία που προτιμά το βολικό ψέμα.
Το έργο ασχολείται με την σύγκρουση ανάμεσα στην ηθική ευθύνη και τα συμφέροντα της κοινωνίας, θέτοντας το πιο επικίνδυνο ερώτημα της δημοκρατίας: τι συμβαίνει όταν η αλήθεια έρχεται σε σύγκρουση με τη συλλογική βολή;
Ο Δρ. Στόκμαν ανακαλύπτει ότι οι ιαματικές πηγές της πόλης είναι μολυσμένες και προκαλούν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία των πολιτών. Αντί να επιβραβευτεί για την ανακάλυψή του, αντιμετωπίζει την αντίδραση της κοινωνίας και των εξουσιών, οι οποίοι προτιμούν να θάψουν την αλήθεια για να διατηρήσουν οικονομικά συμφέροντα και φήμη.
Στην παράσταση, όμως, ο ήρωας αντιμετωπίζεται ως αυτονόητα δίκαιος, σχεδόν ηρωικός. Οι αντιφάσεις του εξομαλύνονται. Η πλειοψηφία μετατρέπεται σε αφηρημένο κακό, ένα ενιαίο, απρόσωπο σύστημα. Και όταν ο «εχθρός» γίνεται γενικός και αόριστος, παύει να είναι απειλητικός. Ο συμβολισμός, έτσι, γίνεται επίπεδος: ο «καλός» απέναντι στους «πολλούς».
Το σκηνικό (Jan Pappelbaum, ζωγραφική σκηνικού: Katharina Ziemke) παρουσιάζει ενδιαφέρον με τα σκίτσα από κιμωλία στους μαύρους τοίχους.
Οι φωτισμοί των Erich Schneider και της Σοφίας Αλεξιάδου είναι άψογοι τεχνικά, αλλά προβλέψιμοι, δημιουργώντας μόνο εικόνες και όχι νοήματα. Δεν συνομιλούν με τη σύγκρουση, απλώς την πλαισιώνουν.
Η ροκ μουσική επιστρατεύεται ως υπόσχεση έντασης και αντίστασης, αλλά λειτουργεί τελικά ως ηχητικό υποκατάστατο πολιτικής. Αντί να ανοίγει ρωγμές, σκεπάζει το κείμενο. Αντί να αποσταθεροποιεί, κατευθύνει το συναίσθημα. Ο Ίψεν δεν χρειάζεται ηχητικά δεκανίκια, εδώ όμως του προσφέρονται απλόχερα.
Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής διαθέτει ένταση και σκηνικό εκτόπισμα, αλλά κινείται σε μία διαρκή κορύφωση χωρίς διαδρομή.
Ο Μιχάλης Οικονόμου παραμένει πειθαρχημένος, σχεδόν υπερβολικά ασφαλής.
Η Λένα Παπαληγούρα ξεχωρίζει, δίνοντας εσωτερικότητα και βάθος σε έναν ρόλο που εύκολα θα γινόταν σχηματικός. Στο κομμάτι της διάδρασης με το κοινό, σκοράρει.
Ο Στέλιος Δημόπουλος έχει ενέργεια, αλλά εγκλωβίζεται σε μια σκηνοθετική καρικατούρα που δεν του επιτρέπει να αναπνεύσει.
Επαρκείς στους ρόλους τους η Άλκηστις Ζιρώ, ο Ιερώνυμος Καλετσάνος και ο Ιάσονας Άλυ.
Η παράσταση επενδύει στην εικόνα της πολιτικής χωρίς να πληρώνει το κόστος της. Καλοφτιαγμένη, δυναμική, συχνά εντυπωσιακή, αλλά τελικά ακίνδυνη.
Και για ένα έργο που γράφτηκε για να ενοχλεί, να διχάζει και να αφήνει πληγές, η ακίνδυνη προσέγγιση δεν είναι απλώς αδυναμία. Είναι αποτυχία. Ο καθρέφτης του Ίψεν δεν ραγίζει, απλώς αντανακλά ό,τι ήδη πιστεύουμε.


