«Ο ΑΓΑΠΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«Ο ΑΓΑΠΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

Το έργο «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» του Δημήτριου Κορομηλά είναι η απόλυτη ιστορία αγάπης, με φόντο την ελληνική ύπαιθρο και με ήρωες βοσκοπούλες και μπιστικούς, τσέλιγκες και χωριατοπούλες, πλούσιους και φτωχούς, νέους και γέρους, που όλοι μαζί μπλέκονται στο γαϊτανάκι του έρωτα και της αγάπης, σε παρεξηγήσεις με μυστικά και ανατροπές.
Γιατί, όμως, κάποιος να θελήσει να ανεβάσει αυτό το έργο σήμερα; Ίσως, γιατί μας συγκινεί με την αυθεντικότητά του, στην εποχής της ΑΙ. Ίσως, γιατί εδώ θριαμβεύει ο έρωτας, η πίστη, το φως σε πείσμα των καιρών μας. Ίσως, γιατί μας φέρνει στον νου άλλες εποχές, πιο ρομαντικές και μας ξυπνά τη χαμένη μας αθωότητα. Ίσως, γιατί προβάλλεται η δύναμη της αληθινής αγάπης, που μπορεί να ξεπεράσει ολάκερα βουνά. Ίσως, γιατί αυτή η ιστορία εμπεριέχει τα πάντα: έρωτα, αγάπη, ίντριγκες, φόβο, υπερηφάνεια, απωθημένα, αναγνώριση, κάθαρση, ζωή και θάνατο.
Η ιστορία είναι γνωστή: Στο ορεινό χωριό της Αρτοτίνας, η όμορφη Κρουστάλλω και ο φτωχός βοσκός Λιάκος αγαπιούνται στα κρυφά. Η κυρά - Στάθαινα ή αλλιώς Μάρω, η μητέρα της, αρνείται την πρόταση της Γιάνναινας, της μάνας του Λιάκου, να παντρέψουν τα παιδιά τους. Τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο, όταν ο αρχιτσέλιγκας Μήτρος, που η Μάρω κάπου έχει γνωρίσει αλλά δεν θυμάται, φτάνει στο χωριό και ζητάει την Κρουστάλλω σε γάμο. Εκείνος της ξυπνάει την ξεχασμένη θηλυκότητά της, που την καλεί να ξαναζήσει τον μεγάλο, παλιό ερωτά της.
Συγκρούσεις, παρεξηγήσεις και μυστικά οδηγούν σε αδιέξοδα μέχρι να εμφανιστεί ο παντοδύναμος έρωτας!
Μια νοσταλγική ισορροπία επικρατεί στο έργο. Χαρακτήρες που υπακούουν στη μοίρα, λυρισμός, λαϊκές ανησυχίες, απλοϊκή αφέλεια, ανθρώπινες μικρότητες, κυνισμός, αλλά και λεβεντιά, αντριοσύνη, τήρηση ηθικών κανόνων, δικαιοσύνη, εύστροφοι υπαινιγμοί, μουσικά ξαφνιάσματα.
Ο Γιάννης Καλαβριανός πήρε το ρίσκο να επανασυστήσει το κλασικό λαϊκό ειδύλλιο μέσα από τη μορφή ενός σύγχρονου μιούζικαλ, φιλοδοξώντας να γεφυρώσει την παράδοση με τη σύγχρονη θεατρική αισθητική. Η παράσταση που παρουσιάζεται στο Θέατρο Ακροπόλ, δεν είναι μια φολκλόρ αναπαράσταση του ελληνικού έργου με το γνωστό ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Ο σκηνοθέτης προχώρησε σε μια πιο τολμηρή προσέγγιση πολύ ενδιαφέρουσα και πετυχημένη, κατά τη γνώμη μου. Το κείμενο επαναδιατυπώθηκε σε νέο δεκαπεντασύλλαβο στίχο, μία επιλογή που έδωσε ζωντάνια και φρεσκάδα στο έργο του 1891. Η σκηνοθεσία ανέδειξε διαχρονικά δρώμενα, που πλέκουν στους ιστούς τους, τα μικρά και τα ανθρώπινα. Επέβαλλε ερμηνευτική σφαιρικότητα και τραγουδιστή ρυθμικότητα, αξιοποιώντας την κινησιολογία (Αλέξανδρος Κυριαζής), τη μουσική και τη συλλογική παρουσία των ηθοποιών για να δημιουργήσει ένα ευφρόσυνο σκηνικό σύμπαν, που ισορροπεί ανάμεσα στο παραδοσιακό και το σύγχρονο.
Κομβικό ρόλο στην παράσταση έπαιξε η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, η οποία συνδύαζε στοιχεία της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής (κλαρίνο, γκάιντα, λαούτο) με σύγχρονες ενορχηστρώσεις. Η παρουσία ζωντανής ορχήστρας επί σκηνής ενίσχυσε τη δυναμική της παράστασης, δημιουργώντας ένα μουσικό περιβάλλον που δεν συνόδευε απλώς, αλλά αποτελούσε οργανικό μέρος της αφήγησης. Ωστόσο, η έντονη μουσική παρουσία της παράστασης σε ορισμένα σημεία έμοιαζε να περιορίζει την ανάπτυξη της δραματουργίας.
Η ενδεικτική σκηνογραφία της Εύας Μανιαδάκη και τα προσεγμένα κοστούμια της Βάνα Γιαννούλα δημιούργησαν μία υβριδική αισθητική που απέφυγε τον φολκλορικό ρεαλισμό. Αντί για μια αυστηρά παραδοσιακή αναπαράσταση της υπαίθρου, η σκηνική εικόνα κινήθηκε σε μια πιο αφαιρετική γραμμή, αφήνοντας χώρο στη μουσική και στους ηθοποιούς να αναπτύξουν τη δράση. Τους φωτισμούς επιμελήθηκε ο Νίκος Βλασόπουλος.
Στο επίπεδο των ερμηνειών, ο θίασος ανταποκρίθηκε με ενάργεια και ζήλο, κυρίως συλλογικά, στοιχείο που ενίσχυσε τη λογική του μιούζικαλ.
Από το νεαρό πρωταγωνιστικό δίδυμο, ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης στον ρόλο του «Λιάκου» είχε τη λεβεντιά του ερωτευμένου και η Ασημένια Βουλιώτη ως «Κρουστάλλω» την αψάδα της πρώτης αγάπης.
Από μεγαλύτερο πρωταγωνιστικό δίδυμο ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος ενσάρκωσε ευθύβολα τον πράο, φιλεύσπλαχνο, γενναιόδωρο, μοναχικό τσέλιγκα «Μήτρο», που αναζητούσε διακαώς την παλιά του αγάπη, χωρίς να γνωρίζει ότι είναι μια ανάσα κοντά της.
Η Λένα Ουζουνίδου ως «Κυρά-Στάθαινα» διέπρεψε και στην πρόζα και το τραγούδι με την κρυστάλλινη φωνή που διαθέτει.
Η Τάνια Τσανακλίδου ήταν απολαυστικότατη, υποδυόμενη την «κυρά Γιάνναινα», που μόνο αποκούμπι είχε τον γιό της Λιάκο. Κορυφαία σκηνή ήταν οι κατάρες που εκτόξευσε κατά της Μάρως.
Ο Γιάννης Αναστασάκης απέδωσε με ευχέρεια τον πανούργο και συμφεροντολόγο τσέλιγκα «Γκέρλα».
Ο Γιώργος Γλάστρας φιλοτέχνησε επιτυχώς έναν αριστοφανικό τύπο, αυτόν του «μπάρμπα Χρόνη», με ιλαρότητα και άψογη άρθρωση. Ήταν ο θυμόσοφος γέροντας, αλλά θα μπορούσε να είναι και ο θεός Πάνας, ο οποίος παρενέβαινε ακροποδητί στα δρώμενα, γνώριζε τα πάντα, σχολίαζε τα τεκταινόμενα, έκρινε με σοφία τις εξελίξεις, προφήτευε, παρήγαγε γέλιο, απομακρυνόταν εγκαίρως όταν η κατάσταση μύριζε μπαρούτι. Εξαιρετικός!
Οι νεαρότεροι ηθοποιοί: Στέλλα Αντύπα, Μαριάμ Ρουχάτζε, Ευσταθία Λαγιόκαπα, Χρήστος Γκρόζος και Φάνης Κοσμάς κινήθηκαν με άνεση και επαγγελματισμό.
Εν κατακλείδι, η παράσταση «Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» ενδείκνυται για όλες τις ηλικίες. Έχει ζωντανό ρυθμό, έντονη μουσική ταυτότητα, ωραίες ερμηνείες και σύγχρονη σκηνοθετική ματιά. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι συστήνει στο σημερινό κοινό ένα έργο που αποτελεί κληρονομιά της θεατρικής μας παράδοσης.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.