«ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΣΒΗΣΟΥΝ Τ' ΑΣΤΡΑ» ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Πέμπτη, 08/01/2026 01:58
Το «Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα» της Beth Steel είναι ένα έργο που φιλοδοξεί να μιλήσει για τη διάψευση των υποσχέσεων και των ονείρων, προσωπικών και κοινωνικών. Το κάνει μέσα από μια οικογενειακή γιορτή, εκεί όπου η χαρά είναι υποχρεωτική και η αλήθεια ανεπιθύμητη. Με αφετηρία έναν γάμο, κατεξοχήν σύμβολο ευτυχίας, συμφιλίωσης και συνέχειας, η παράσταση μετατρέπει το χαρούμενο γεγονός σε δραματουργικό μηχανισμό αποκάλυψης σχέσεων, τραυμάτων, ταξικών αδιεξόδων και ανεκπλήρωτων προσδοκιών.
Αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία.Το τελετουργικό λειτουργεί ως πλαίσιο κοινωνικής καταστολής: όλοι πρέπει να χαρούν, να συμφιλιωθούν, να «σταθούν σωστά». Όμως το έργο χρησιμοποιεί αυτή την υποχρεωτική χαρά για να αποκαλύψει ρωγμές. Οι συγκρούσεις δεν λύνονται, αλλά σωρεύονται, μέχρι που η ίδια η δομή της οικογένειας αρχίζει να καταρρέει.
Σε αυτό το σύγχρονο «τσεχωφικό» σύμπαν, οι χαρακτήρες, ενώ μιλούν για αλλαγή και ονειρεύονται μία άλλη ζωή, στην πραγματικότητα παραμένουν εγκλωβισμένοι σε επιλογές του παρελθόντος και σε κοινωνικές συνθήκες που τους ξεπερνούν.
Εδώ, το παρελθόν δεν λειτουργεί ως ανάμνηση, αλλά ως ενεργή δύναμη που καθορίζει το παρόν. Η ευτυχία δεν απουσιάζει πλήρως· απλώς μοιάζει πάντα προσωρινή και εύθραυστη. Τα «άστρα» του τίτλου είναι οι υποσχέσεις μιας καλύτερης ζωής και η παράσταση καταγράφει τη στιγμή που αυτές αρχίζουν αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, να σβήνουν.
Το έργο μιλάει ξεκάθαρα για την εργατική τάξη και τις ψευδαισθήσεις της κοινωνικής ανέλιξης, χωρίς να υψώνει πανό ή να καταφεύγει σε συνθήματα. Η πολιτική του διάσταση είναι υπόγεια, εγγεγραμμένη στις ζωές των ηρώων, στις χαμένες ευκαιρίες, στις οικονομικές πιέσεις, στη σωματική και ψυχική κόπωση μιας γενιάς που πίστεψε ότι «αν δουλέψει, θα τα καταφέρει».
Η Beth Steel δεν ηθικολογεί. Αντίθετα, επιλέγει να δείξει πώς οι μεγάλες κοινωνικές αποτυχίες εγγράφονται στις πιο ιδιωτικές στιγμές, σε ένα οικογενειακό τραπέζι, σε έναν γάμο, σε μια φαινομενικά αθώα συζήτηση που ξαφνικά εκτροχιάζεται.
Η παράσταση επιλέγει συνειδητά τον χαμηλό τόνο και την παρατεταμένη συναισθηματική φθορά αντί για θεαματικές συγκρούσεις, κερδίζοντας σε ατμόσφαιρα, αλλά χάνοντας κατά στιγμές σε δραματουργική πυκνότητα.
Η σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, πατώντας στην μετάφραση των Αντώνη Γαλέου - Κοραλίας Σωτηριάδου, κινείται με ασφάλεια σε γνώριμα εδάφη, ρεαλισμός, έμφαση στις παύσεις και τα βλέμματα, πίστη στο κείμενο. Ωστόσο, αυτή η επιλογή, ενώ αναδεικνύει τις «τσεχοφικές αρετές» του έργου, αφήνει σε ορισμένα σημεία την παράσταση να πλατειάζει, χωρίς να εντείνει ουσιαστικά τη σύγκρουση. Η ακινησία, κεντρικό θεματικό μοτίβο, μετατρέπεται στιγμιαία και σε σκηνική αδράνεια.
Η μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου λειτουργεί υποστηρικτικά σαν «διαπραγμάτευση» συναισθημάτων: παιχνίδι σε στιγμές ανάλαφρης γιορτής, υπόταση σε στιγμές εσωτερικής ρήξης.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Πάρι Μέξη υπηρετούν έναν ρεαλισμό που δεν αποσπά, αλλά ενισχύει τη δραματουργία.
Οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη δημιουργούν μία αίσθηση χρονικής ρευστότητας ανάμεσα στο εύθραυστο και το ποιητικό, υπογραμμίζοντας την εσωτερικότητα των στιγμών χωρίς να τις επιβαρύνει. Οι φωτοσκιάσεις αποκαλύπτουν και αποκρύπτουν όσα δεν μπορούν να ειπωθούν.
Η κινησιολογία της Ξένιας Θεμελή εντάσσεται οργανικά στη σκηνική σύνθεση.
Το έργο λειτουργεί χορωδιακά με τους χαρακτήρες ως συλλογικό σώμα. Το δράμα δεν είναι ατομικό, είναι διαγενεακό. Οι μεγαλύτεροι βιώνουν την ήττα και οι νεότεροι κληρονομούν την αβεβαιότητα. Κάθε χαρακτήρας κουβαλά μία προσωπική ματαίωση, αλλά αποτελεί και κομμάτι μιας ευρύτερης κοινωνικής αποτυχίας. Οι ηθοποιοί δίνουν χαρακτήρες αναγνωρίσιμους, ανθρώπινους, συχνά επώδυνα οικείους, που μοιάζουν ανίκανοι να επικοινωνήσουν ουσιαστικά. Αγαπιούνται, αλλά δεν ξέρουν πώς να το εκφράσουν, χωρίς να πληγώσουν τους γύρω τους.
Ο Χάρης Γρηγορόπουλος ως «Πιτ» ξεχωρίζει για την εσωτερικότητα ενός χαρακτήρα φθαρμένου από τον χρόνο και τις διαψεύσεις.
Η Άννα Καλαϊτζίδου σκιαγραφεί την «Μάγκι» με νεύρο και συναισθηματική ακρίβεια. Ισορροπεί επιτυχημένα ανάμεσα στην ειρωνεία και την ευθραυστότητα, αποτυπώνοντας μια γυναίκα που έχει μάθει να επιβιώνει πίσω από άμυνες. Σε στιγμές, ωστόσο, η ένταση μοιάζει να ηγείται της εσωτερικής ανάγκης.
Η Μαρία Κατσιαδάκη αξιοποιεί εκπληκτικά το κωμικό της ένστικτο, χωρίς να εγκλωβίζεται στην εξωστρέφεια του ρόλου της «θείας Κάρολ». Κάτω από την εκρηκτικότητα και τον αυθορμητισμό, αφήνει να αναδυθεί η προσωπική της αλήθεια, προσφέροντας μία από τις πιο ανθρώπινες στιγμές της παράστασης
Η σχέση μεταξύ «Μάρεκ» (Δαυίδ Μαλτέζε) και «Σύλβιας» (Ελίνα Ρίζου) αναδεικνύει την ευαισθησία του έργου προς τον διαπολιτισμικό διάλογο και τις προσδοκίες της νέας γενιάς. Η προσέγγιση του Μαλτέζε είναι αξιόλογη σε μια ερμηνεία που στηρίζεται περισσότερο στη σιωπή παρά στον λόγο. Η Ρίζου μοιάζει περισσότερο να συμπληρώνει το σύνολο παρά να το εμπλουτίζει.
Η ερμηνεία της Σύρμως Κεκέ στον ρόλο της «Χέιζελ» συσπάται με μια νευρική ενέργεια, ματαίωση αλλά και χιούμορ.
Η Μαντώ Μιχαλιού και η Υακίνθη Κωνσταντοπούλου αποτυπώνουν την αβεβαιότητα, την έλλειψη ορίζοντα και την κληρονομημένη ματαίωση της νεότερης γενιάς συμπαθητικά.
Ο Χρίστος Στυλιανού φαντάζει επαρκής στον ρόλο του «Τζον», ενώ ο Κώστας Φλωκατούλας είναι ο συγκινητικά σωστός αλλά προβλέψιμος «πατέρας», χωρίς στιγμές ουσιαστικής υπέρβασης.
Η παράσταση, λοιπόν, δεν επιδιώκει να συγκλονίσει με θόρυβο, αλλά με αλήθεια. Όταν η οικογενειακή γιορτή γίνεται πεδίο υπαρξιακής και κοινωνικής απογύμνωσης.Το τέλος δεν προσφέρει λύση, ίσως μία συνειδητοποίηση κι ένα αίσθημα ήπιας, επίμονης μελαγχολίας, εκείνης που δεν φεύγει εύκολα...


