«ΚΟΚΚΙΝΟ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΚΟΚΚΙΝΟ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

          Στο «Κόκκινο» του Τζον Λόγκαν, η τέχνη δεν είναι μία αφηρημένη υπόθεση αισθητικής. Είναι εξουσία, εγωισμός, χρήμα, ανασφάλεια, ανάγκη επιβεβαίωσης και, πάνω απ’ όλα, ένας τρόπος να διεκδικήσει κανείς το δικαίωμα ύπαρξης. Αυτή είναι και η ουσία της παράστασης που παρουσιάζεται στο Θέατρο Μουσούρη, σε μετάφραση και σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη, με τον ίδιο στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μαρκ Ρόθκο και τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο στον ρόλο του νεαρού Κεν.
          Η δράση τοποθετείται στο ατελιέ του Ρόθκο, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αφηρημένου εξπρεσιονισμού στα τέλη της δεκαετίας του '50, όταν ο ζωγράφος εργάζεται πάνω στη μεγάλη παραγγελία για τους χώρους του Four Seasons, ενός πολυτελούς εστιατορίου της Νέας Υόρκης.
          Ο νεαρός Κεν εργάζεται κοντά του και παρακολουθεί από θέση μαθητή έναν καλλιτέχνη που βρίσκεται στο απόγειο της φήμης του, αλλά ταυτόχρονα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η συνθήκη είναι φαινομενικά απλή, αλλά εμπεριέχει ήδη την αντίφαση που θα κινήσει ολόκληρο το έργο. Ένας ζωγράφος που πιστεύει ότι η τέχνη απαιτεί περισυλλογή και ενεργή συμμετοχή του θεατή, καλείται να δημιουργήσει έργα για έναν χώρο όπου η τέχνη θα λειτουργεί ως μέρος της πολυτέλειας και της κατανάλωσης. Δυσανασχετεί με την ιδέα ότι οι πίνακές του θα γίνουν μόνο διακοσμητικά στοιχεία, αλλά η αντίδρασή του δεν είναι μόνο αισθητική. Είναι υπαρξιακή. Ο Ρόθκο καταγγέλλει την εμπορευματοποίηση της τέχνης την ίδια στιγμή που αποδέχεται την πιο σημαντική εμπορική συμφωνία της καριέρας του. Το έργο δεν τον αθωώνει, ούτε τον καταδικάζει. Τον αφήνει εκτεθειμένο μέσα στις αντιφάσεις του.
          Το σημαντικότερο επίτευγμα της παράστασης είναι ότι δεν εγκλωβίζει το έργο στην ιστορία ενός διάσημου ζωγράφου. Ο Ρόθκο είναι η αφετηρία, όχι ο τελικός προορισμός. Το πραγματικό θέμα είναι η ανάγκη κάθε γενιάς να αμφισβητήσει εκείνη που προηγήθηκε, η αγωνία του δημιουργού απέναντι στην αγορά, η σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την εμπορευματοποίηση και, πάνω από όλα, η δύσκολη στιγμή κατά την οποία ο μαθητής πρέπει να πάψει να είναι μαθητής. Ο Λόγκαν γράφει ένα έργο για την τέχνη χρησιμοποιώντας στην πραγματικότητα την εξουσία, την αντιπαράθεση και την ανάγκη του ανθρώπου να αναγνωριστεί από εκείνον που θαυμάζει.
          Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την ιστορία του Ρόθκο για να μιλήσει για τη δημιουργία. Ο ζωγράφος, μολονότι, έχει κατακτήσει την αναγνώριση που κάθε καλλιτέχνης επιθυμεί, η ίδια η αναγνώριση απειλεί να ακυρώσει την ελευθερία του. Το έργο του πρόκειται να βρεθεί μέσα σε έναν χώρο όπου οι άνθρωποι θα τρώνε, θα πίνουν και θα συζητούν χωρίς να ενδιαφέρονται κατ’ ανάγκην για τη ζωγραφική του. Ο Ρόθκο αντιλαμβάνεται την τέχνη ως εμπειρία που απαιτεί συγκέντρωση και σχεδόν τελετουργική προσήλωση. Η αγορά την αντιμετωπίζει ως αντικείμενο προς κατανάλωση. Πόσο ειρωνικό; O άνθρωπος που θέλει να προστατεύσει την τέχνη από το εμπόριο, έχει ήδη γίνει γρανάζι του μηχανισμού του.
          Επίσης, είναι ευφυής η μεταφορά της σύγκρουσης από το επίπεδο της αισθητικής στο επίπεδο της ανθρώπινης σχέσης. Ο Ρόθκο δεν υπερασπίζεται μόνο μία θεωρία για την τέχνη, αλλά τον ίδιο τον εαυτό του. Ο Κεν δεν θέλει μόνο να μάθει, αλλά κάποια στιγμή να αναγνωριστεί ως ξεχωριστός δημιουργός. Γι’ αυτό και η σχέση τους έχει έντονα στοιχεία πατέρα και γιου. Ο Ρόθκο δίνει στον μαθητή του γνώση, αλλά μαζί με τη γνώση τού μεταδίδει και την ανάγκη να τον ξεπεράσει. Και ο Κεν, για να ενηλικιωθεί καλλιτεχνικά, πρέπει αναπόφευκτα να αντισταθεί στον άνθρωπο που μέχρι εκείνη τη στιγμή αποτελεί το πρότυπό του. Η «πατροκτονία» του έργου είναι επομένως συμβολική. Δεν αφορά την καταστροφή του πατέρα, αλλά την κατάργηση της εξάρτησης από αυτόν.
          Το κόκκινο, φυσικά, δεν είναι απλώς ένα χρώμα. Είναι η ίδια η θερμοκρασία του έργου. Είναι πάθος και επιθετικότητα, δημιουργία και καταστροφή, επιβολή και φόβος, ζωή και αίμα. Είναι το χρώμα που απαιτεί να το κοιτάξεις και ταυτόχρονα το χρώμα πίσω από το οποίο ο Ρόθκο κρύβει τις ανασφάλειές του. Όσο περισσότερο μιλάει για την τέχνη τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ο άνθρωπος που φοβάται ότι η εποχή του τελειώνει. Και όσο περισσότερο ο Κεν αντιδρά τόσο γίνεται σαφές ότι ο μαθητής δεν πρόκειται να παραμείνει για πάντα στη σκιά του δασκάλου. Το κόκκινο γίνεται έτσι και χρώμα της σύγκρουσης των γενεών.
          Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η επικαιρότητα του έργου. Σε μία εποχή όπου η τέχνη βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπη με την αγορά, την προβολή, την κατανάλωση και την ανάγκη να μετατραπεί σε προϊόν, το ερώτημα του Ρόθκο παραμένει αμείλικτο. Τι χάνει ένα έργο τέχνης, όταν πρέπει να πουλήσει τον εαυτό του; Αλλά υπάρχει και ένα δεύτερο, πιο δύσκολο ερώτημα. Τι χάνει ένας καλλιτέχνης, όταν αρνείται να δεχθεί ότι η εποχή αλλάζει; Ο Ρόθκο βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα στα δύο και ο Κεν είναι εκεί για να του θυμίσει ότι καμία αισθητική αυτοκρατορία δεν διαρκεί για πάντα.
          Το «Κόκκινο» δεν είναι έργο πλοκής με την παραδοσιακή έννοια, αλλά έργο σύγκρουσης. Και αν η σύγκρουση δεν είναι αληθινή, το οικοδόμημα καταρρέει. Εδώ, υπάρχει πραγματική σκηνική αναμέτρηση σε ένα έργο δύο προσώπων, που δεν συγχωρεί τη σκηνοθετική φλυαρία και η παράσταση, ευτυχώς, δεν φορτώνει το υλικό με τεχνάσματα. Η σκηνοθεσία του Κιμούλη κρατάει τον πυρήνα της σύγκρουσης καθαρό, η ρέουσα μετάφρασή του υπηρετεί τη θεατρικότητα του λόγου και η εικαστική δουλειά δημιουργεί έναν χώρο που δεν είναι απλώς διακόσμηση αλλά μέρος της δραματουργίας.
          Ασφαλώς, η παράσταση απαιτεί δύο ηθοποιούς που να μπορούν να μετατρέψουν τον λόγο σε σύγκρουση. Και εδώ η χημεία Κιμούλη – Γκοτσόπουλου είναι τελικά αυτή που κρατάει το έργο ζωντανό, γιατί το «Κόκκινο» χρειάζεται δύο ισχυρές παρουσίες που να μπορούν ταυτόχρονα να συγκρούονται και να αλληλοτροφοδοτούνται.
          Ο Γιώργος Κιμούλης στον ρόλο του «Ρόθκο» επιλέγει μία ερμηνεία με ισχυρό θεατρικό αποτύπωμα και βάθος. Ο ηθοποιός έχει την ικανότητα να κάνει τη φωνή του όπλο, να χρησιμοποιεί την παύση ως απειλή και την κίνηση ως τρόπο επιβολής. Ο ήρωάς του, ένας δύσκολος, αυταρχικός, απόλυτος, εγωκεντρικός, συχνά προσβλητικός, σχεδόν μισάνθρωπος, καταλαμβάνει τον χώρο προτού καν μιλήσει. Τον αφήνει να είναι αντιφατικός. Πληγώνει, ειρωνεύεται, επιτίθεται, απαιτεί. Όμως πίσω από αυτές τις εκρήξεις, κρύβεται η ευαλωτότητα ενός ανθρώπου που φοβάται.
          Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος έχει μία δυσκολότερη αποστολή γιατί πρέπει να αντισταθεί σε έναν συμπρωταγωνιστή με έντονη σκηνική παρουσία χωρίς να γίνει ούτε παθητικός μαθητής ούτε απλώς ο «νεότερος» πόλος της παράστασης. Και το πετυχαίνει. Ο «Κεν» του ξεκινάει με σεβασμό, δέος και ανάγκη αποδοχής, αλλά σταδιακά αποκτά αυτοπεποίθηση και φωνή. Η εξέλιξη αυτή είναι και η ουσία του ρόλου. Η ερμηνεία του λειτουργεί περισσότερο μέσα από τη συγκράτηση παρά μέσα από την επίδειξη. Η αντίστασή του στον Ρόθκο γίνεται πειστική, ακριβώς επειδή δεν εμφανίζεται εξαρχής. Χτίζεται μπροστά στον θεατή.
          Ιδιαίτερα λειτουργικό είναι το σκηνικό του Μανόλη Παντελιδάκη, καθώς το ατελιέ του Ρόθκο λειτουργεί ως προέκταση της ψυχολογίας του. Η σκηνή μετατρέπεται σε χώρο εργασίας, αντιπαράθεσης, μαθητείας, χειραφέτησης με την ακαταστασία, τη σκληρότητα και την πρακτικότητα ενός πραγματικού εργαστηρίου, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει στους δύο ηθοποιούς να κινηθούν μέσα σε ένα περιβάλλον που μοιάζει να ανήκει περισσότερο στον Ρόθκο παρά στον Κεν. Τα κοστούμια της Σοφίας Νικολαΐδη λειτουργούν διακριτικά. Οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου ενισχύουν την ατμόσφαιρα και κυρίως την αίσθηση ότι βρισκόμαστε μέσα σε έναν κλειστό κόσμο, έναν κόσμο όπου το φως δεν είναι απλώς πρακτική ανάγκη αλλά μέρος της ψυχολογίας της σκηνής. Η μουσική, αντίστοιχα, δεν επιχειρεί να υποκαταστήσει τη θεατρική ένταση, αλλά παραμένει υποστηρικτική, αφήνοντας το βάρος στους δύο ηθοποιούς.
          Στο τέλος, το πραγματικό «Κόκκινο» δεν είναι πάνω στον καμβά. Είναι ανάμεσα στους δύο άνδρες. Είναι η γραμμή που χωρίζει τον θαυμασμό από την εξάρτηση, τη μαθητεία από τη μίμηση, την κληρονομιά από την υποταγή. Και η πιο ώριμη θέση του έργου είναι ότι ο μαθητής δεν χρειάζεται να καταστρέψει τον πατέρα για να ελευθερωθεί. Πρέπει απλώς να πάψει να ζει μέσα στη σκιά του. Αυτό ακριβώς κάνει και την παράσταση άξια θέασης γιατί δεν μιλάει μόνο για το πώς δημιουργείται ένας πίνακας, αλλά πώς δημιουργείται ένας άνθρωπος. Και αυτό, τελικά, είναι πολύ πιο δύσκολο.
          Μία ουσιαστική, απαιτητική και καλοδουλεμένη παράσταση, που στηρίζεται σε δύο δυνατές ερμηνείες και σε ένα έργο με πραγματικό δραματουργικό βάρος.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.