«Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Κυριακή, 17/05/2026 19:27
Η απόσταση δεν μετριέται σε χιλιόμετρα. Μετριέται στις σιωπές, στις απουσίες, στα βλέμματα και στα αγγίγματα που έγιναν υπόσχεση και όχι πράξη. Κι όμως, απόψε, μέσα στο σκοτάδι της σκηνής, κάποιοι επιμένουν στην αγάπη, που μαθαίνει να επιβιώνει χωρίς σώμα. Εκείνος ζει σε μια εποχή που χάνεται αργά, σαν φωτογραφία που ξεθωριάζει στο φως, ενώ εκείνη ανασαίνει σε ένα μέλλον που τρέχει πιο γρήγορα κι από την ίδια της τη σκέψη.
Στην Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, ο σκηνοθέτης Tiago Rodrigues ανοίγει ένα ρήγμα στον χωροχρόνο με την παράσταση «La Distance» (« Η Απόσταση»). Μία ελεγεία για την αγάπη, την απώλεια, τη μνήμη, την ενοχή, τη γονεϊκότητα την κλιματική αλλαγή, την ανθρώπινη επιβίωση μέσα σε συνθήκες αποξένωσης. Για τα παιδιά που φεύγουν, για τους γονείς που μένουν πίσω σαν τελευταίοι φάροι μιας Γης που καταρρέει, για τις λέξεις που αργούν να φτάσουν όσο μεγαλώνει η σιωπή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.
Το έργο τοποθετείται στο έτος 2077. Η νεαρή Αμινά έχει εγκαταλείψει τη Γη και ζει μόνιμα στον Άρη. Ο πατέρας της, Άλη, παραμένει πίσω, σε έναν πλανήτη εξαντλημένο, σχεδόν ετοιμοθάνατο. Ανάμεσά τους απλώνεται το διάστημα, όχι μόνο χωροχρονικά αλλά και ως υπαρξιακή συνθήκη. Η επαφή τους γίνεται μέσω επιστολών και καθυστερημένων φωνητικών μηνυμάτων, όπου κάθε λέξη ακούγεται σαν αποχαιρετισμός, πριν καν ειπωθεί.
Η παράσταση σκιαγραφεί το πιο ανθρώπινο πράγμα στον κόσμο: Εκείνο το αόρατο κενό που υπάρχει ακόμη και μέσα στην αγάπη, ακόμη και μέσα στην πιο τρυφερή αγκαλιά. Οι ήρωες μοιάζουν να αιωρούνται ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, σαν ψυχές που ψάχνουν μια τελευταία λέξη για να σωθούν. Γιατί, τελικά, η απόσταση δεν είναι αυτό που τους χωρίζει, αλλά αυτό που αποκαλύπτει το μέγεθος της αγάπης.
Η σκηνοθεσία του Tiago Rodrigues βασίζεται σε μια ποιητική μινιμαλιστική προσέγγιση, όπου αφήνει χώρο στο ανείπωτο να ανθίσει. Η συγκίνηση και η τρυφερότητα δεν κραυγάζουν, αλλά κυλούν υπόγεια σαν ηλεκτρικό ρεύμα.
Στην ευφυή σκηνογραφία του Fernando Ribeiro, οι ηθοποιοί κινούνται σε παράλληλες, μη τέμνουσες τροχιές, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η επικοινωνία τους είναι πάντα ήδη μεταγενέστερη του παρόντος. Το κυκλικό περιστρεφόμενο σκηνικό λειτουργεί σαν πλανητική τροχιά αλλά και σαν αμείλικτος μηχανισμός μνήμης. Η σκηνή δεν μένει ποτέ ακίνητη, σαν να αρνείται να επιτρέψει στους ανθρώπους να ριζώσουν κάπου οριστικά. Άλλοτε περιστρέφεται αργά και άλλοτε στροβιλίζεται σε φρενήρεις ρυθμούς. Οι ήρωες μοιάζουν εγκλωβισμένοι μέσα σε μια κοσμική περιδίνηση, όπου ποτέ δεν συναντιούνται πραγματικά, παρά μόνο περνούν ο ένας δίπλα από τον άλλον, συμβολίζοντας την απόλυτη μοναξιά.
Από την πλευρά της Γης, ένας πεσμένος κορμός δέντρου με γυμνά κλαδιά, σαν τη ζωή που κόπηκε, αλλά δεν εξαφανίστηκε. Παραμένει εκεί, εκτεθειμένος, σαν σώμα που συνεχίζει να αφηγείται τη δική του ιστορία. Και μερικά βιβλία στιβαγμένα σε σωρό κι ένα πικ-απ, στο οποίο ο πατέρας βάζει ένα δίσκο βινυλίου με το αγαπημένο τραγούδι της νεκρής γυναίκας του, το μελαγχολικό «Sonhos» του Caetano Veloso και μεταφράζει τους στίχους στην κόρη του. Κι όταν η σκηνή περιστρέφεται από τη μεριά του Άρη, ορθώνεται ένας κόκκινος βράχος σαν γρανίτης. Βαρύς, αμετακίνητος, σχεδόν αδιάφορος απέναντι στην ανθρώπινη ευθραυστότητα. Και ένα μικρό κρυστάλλινο σκάφανδρο με ένα μπονσάι.
Οι εύγλωττοι φωτισμοί του Rui Monteiro λειτουργούν σαν αόρατοι αφηγητές και η μουσική του Pedro Costa υποστηρίζει το όλο εγχείρημα. Ενδεικτικά τα κοστούμια του José António Tenente.
Αναμφίβολα, οι ερμηνείες της Alison Dechamps και του Adama Diop είναι σαν λεπτές χαρακιές πάνω στο σώμα του θεατή. Δύο πλάσματα παγιδευμένα σε έναν αέναο κύκλο, όπου δεν υπάρχει σταθερό έδαφος, παρά μόνο μια συνεχής αλλαγή προοπτικής. Οι ηθοποιοί κατοικούν μέσα στους ρόλους τους με μια εσωτερική δόνηση. Υπάρχει μια ευγένεια στη θλίψη τους, μια σιωπηλή αξιοπρέπεια που συνταράζει.
Ο Adama Diop ενσαρκώνει έναν πατέρα που παλεύει να κρατήσει ζωντανή την επαφή, ακόμη κι όταν όλα γύρω του καταρρέουν. Το βλέμμα του έχει τη θλίψη ανθρώπων που ξέρουν πως δεν υπάρχει επιστροφή. Η Alison Dechamps, από την άλλη, ενδύεται απτά την ανάγκη της φυγής, όχι ως επανάσταση, αλλά ως επιβίωση. Μεταξύ τους δεν υπάρχει ποτέ πραγματική σύγκρουση, μονάχα εκείνη η τρομακτική τρυφερότητα δύο ανθρώπων που αγαπιούνται πολύ, μα δεν μπορούν πια να κατοικήσουν τον ίδιο κόσμο.
Το «La Distance» είναι τελικά ένα σχόλιο για την απώλεια, τη μνήμη και την αγάπη που επιμένει, ακόμη κι όταν ο κόσμος τελειώνει. Μία μαγική παράσταση!


