«ΓΕΡΜΑ ΤΩΡΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΓΕΡΜΑ ΤΩΡΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (2 ψήφοι)

          Ένα τραπέζι. Ορθογώνιο, αυστηρό, σχεδόν γυμνό. Από τη μία η Γέρμα, από την άλλη ο Χουάν. Και ανάμεσά τους όλα εκείνα που δεν λέγονται εύκολα: το παιδί που δεν έρχεται, ο έρωτας που δεν αρκεί, η επιθυμία που επιμένει, η κοινωνία που αποφασίζει - συχνά πριν από εμάς - τι πρέπει να επιθυμούμε.
          Εκεί, πάνω σ' αυτήν τη λιτή σκηνική γεωμετρία, η Ζωή Ξανθοπούλου συναντάει τον Λόρκα. Όχι για να τον αναπαραστήσει, αλλά για να τον ανακρίνει. Και μαζί του να ανακρίνει και εμάς.
          Η παράσταση «Γέρμα τώρα» μετατρέπεται σε ανοιχτή πρόβα. Οι ηθοποιοί αφηγούνται, δοκιμάζουν, σχολιάζουν, μπαίνουν και βγαίνουν από τους ρόλους. Η ίδια η σκηνική πράξη μοιάζει να βρίσκεται υπό διαρκή εξέταση. Κάποια στιγμή όμως το παιχνίδι της απόστασης υποχωρεί και η Γέρμα γίνεται ξανά γυναίκα. Ο Χουάν γίνεται ξανά άντρας. Και οι δυο τους βρίσκονται αντιμέτωποι με ερωτήματα που δεν ανήκουν πια στην Ανδαλουσία του Λόρκα, αλλά στο δικό μας δωμάτιο, στο δικό μας σώμα, στη δική μας εποχή. Η ανοιχτή πρόβα και η συνάντηση του «τότε» με το «τώρα» αποτελούν άλλωστε τον κεντρικό δραματουργικό μηχανισμό της παράστασης.
          Η σκηνοθέτρια ρωτάει.
          Τι σημαίνει να είσαι γυναίκα σήμερα;
          Πόσο δική σου είναι η επιθυμία για ένα παιδί;
          Τι συμβαίνει σε μια γυναίκα όταν η μητρότητα παρουσιάζεται ως φυσικός προορισμός;
          Και αν το παιδί δεν έρθει, τι ακριβώς θεωρούμε ότι λείπει;
          Ποιος ορίζει την πληρότητα;
          Και τι είναι, τελικά, ευλογία;
          Οι ερωτήσεις δεν λειτουργούν ως σχόλια πάνω στον Λόρκα. Είναι σαν μικρές ρωγμές μέσα στο κείμενό του. Μπαίνει από εκεί το παρόν και φωτίζει αλλιώς όσα νομίζαμε πως γνωρίζουμε.
          Η Γέρμα δεν είναι πλέον μόνο η γυναίκα που θέλει να γίνει μητέρα. Είναι μια γυναίκα που προσπαθεί να ξεχωρίσει τη δική της επιθυμία από την επιθυμία που της κληροδότησαν. Κι αυτό αλλάζει τα πάντα. Γιατί τότε η τραγωδία δεν βρίσκεται μόνο στο αν θα αποκτήσει παιδί, αλλά στο ποιος έχει το δικαίωμα να ονομάσει τη ζωή της ολοκληρωμένη ή ανολοκλήρωτη.
          Η Μαρία Χάνου κινείται μέσα σε αυτή την εύθραυστη περιοχή με μια ερμηνεία βελούδινη και αέρινη. Δεν πιέζει το συναίσθημα. Το αφήνει να εμφανίζεται στις παύσεις, στο βλέμμα, στη μικρή μετατόπιση του σώματος. Η Γέρμα της δεν είναι μια ηρωίδα που κραυγάζει την απελπισία της, αλλά μια γυναίκα που μοιάζει να ανακαλύπτει, μαζί με εμάς, το μέγεθος της παγίδας στην οποία βρίσκεται.
          Ο Χρήστος Θάνος, απέναντί της, κρατά τον «Χουάν» σε μια αντίστοιχη περιοχή αμηχανίας. Δεν γίνεται ο εύκολος «ένοχος» μιας ιστορίας που θα μπορούσε να διαβαστεί ως σύγκρουση γυναίκας και άντρα. Είναι κι εκείνος παγιδευμένος σε έναν ρόλο. Και όταν η σκηνοθέτρια τού απευθύνει ερωτήσεις, όταν η βεβαιότητα του χαρακτήρα υποχωρεί, απομένει ένας άνθρωπος που δεν ξέρει ακριβώς πώς να απαντήσει.
Αυτή η αμηχανία είναι πολύτιμη. Γιατί η παράσταση δεν προσποιείται ότι τα σύγχρονα ερωτήματα έχουν εύκολες απαντήσεις.
          Η Γέρμα και ο Χουάν στέκονται τετ- α-τετ σαν να βρίσκονται σε μια συνεδρία, όπου δεν υπάρχει θεραπευτής, ούτε λύση, ούτε ασφαλής έξοδος. Το τραπέζι ανάμεσά τους αποκτά μία παράξενη πολυσημία: είναι το τραπέζι ενός ζευγαριού, ένα οικογενειακό τραπέζι, ένας τόπος εξομολόγησης, αλλά και ένα πεδίο αντιπαράθεσης. Εκεί πάνω ακουμπά η επιθυμία. Εκεί πάνω μετριέται η απουσία.
          Και μέσα σε αυτήν την αυστηρή γεωμετρία εισβάλλει το τραγούδι με τη συνοδεία της καλίμπα. Οι φωνές των ηθοποιών μαλακώνουν τον χώρο, τον κάνουν σχεδόν άυλο. Η μουσική και το ηχητικό τοπίο γίνονται δεύτερη δραματουργική γλώσσα, ένας τρόπος να ακουστεί αυτό που δεν χωρά στον διάλογο.
          Και είναι αυτή η αντίθεση που την κάνει να λειτουργεί: η απαλότητα απέναντι στη σκληρότητα του θέματος. Βελούδο και πληγή. Ανάσα και ασφυξία. Τραγούδι και σιωπή.
          Το πιο ενδιαφέρον, ωστόσο, βρίσκεται στο ότι η παράσταση δεν επιχειρεί να «διορθώσει» τη Γέρμα με τα σημερινά μέτρα. Δεν της προσφέρει εύκολη διέξοδο προς την ελευθερία. Δεν της λέει τι θα έπρεπε να επιθυμεί μία σύγχρονη γυναίκα. Την αφήνει μέσα στην αντίφαση.
          Γιατί μπορεί σήμερα μια γυναίκα να μη θέλει παιδιά. Μπορεί να θέλει. Μπορεί να μην μπορεί. Μπορεί να αλλάζει γνώμη. Μπορεί να αγαπά και να μην αγαπιέται όπως θα ήθελε. Μπορεί να επιθυμεί τη μητρότητα και ταυτόχρονα να ασφυκτιά μέσα στην κοινωνική σημασία που της αποδίδεται. Καμία από αυτές τις εκδοχές δεν ακυρώνει τις άλλες. Η «Γέρμα τώρα» δεν ενδιαφέρεται να κλείσει αυτή την εκκρεμότητα. Δεν έχουμε παρακολουθήσει απλώς μια ιστορία για μια γυναίκα που δεν απέκτησε παιδί. Έχουμε βρεθεί απέναντι σε έναν ολόκληρο μηχανισμό που παράγει την έννοια της «πλήρους» ζωής.
          Η Ζωή Ξανθοπούλου, η Μαρία Χάνου και ο Χρήστος Θάνος δεν μας προσφέρουν έναν Λόρκα τακτοποιημένο, ερμηνευμένο, κλειστό. Μας δίνουν έναν Λόρκα ανοιχτό - να τον ξαναδιαβάσουμε, να τον αμφισβητήσουμε, να τον αφήσουμε να μας αμφισβητήσει.
          Και αυτό είναι ίσως το πιο γόνιμο που μπορεί να συμβεί σε ένα κλασικό έργο: να πάψει, για λίγο, να είναι κλασικό. Να γίνει ερώτηση. Να γίνει σώμα. Να γίνει τώρα.
          Είναι μία παράσταση καλοκουρδισμένη με εμβριθή προσέγγιση και θαυμάσιες ερμηνείες. Αυτό είναι ευλογία!

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.