«ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ - ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Τετάρτη, 22/07/2026 00:48
Ο Αριστοφάνης πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια κατάλαβε ότι η εξουσία παραμένει ακλόνητη και μόνο οι πρωταγωνιστές της αλλάζουν.
Στην ελεύθερη απόδοση της Νεφέλης Μαϊστράλη και του Θέμη Μουμουλίδη, ο οποίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία, οι ήρωες στην κωμωδία «Εκκλησιάζουσες - Γυναίκες στην εξουσία» δεν φορούν χλαμύδες και αρχαιοπρεπή σοβαροφάνεια. Φορούν παγιέτες και κοστούμια, ανάβουν τα φώτα ενός καμπαρέ και μας υποδέχονται σε μια παράσταση όπου η σάτιρα ξεγυμνώνει τις βεβαιότητές μας.
Η υπόθεση είναι γνωστή. Η Πραξαγόρα, βλέποντας την πόλη να βυθίζεται στην ανικανότητα των ανδρών που κυβερνούν, οργανώνει τις γυναίκες της Αθήνας. Μεταμφιεσμένες σε άνδρες, καταλαμβάνουν την Εκκλησία του Δήμου και αποφασίζουν να εφαρμόσουν ένα νέο κοινωνικό σύστημα βασισμένο στην ισότητα, την κοινοκτημοσύνη και τη συλλογική διαχείριση των αγαθών. Μόνο που, όπως συμβαίνει συνήθως με τις μεγάλες ιδέες, η θεωρία ανεβαίνει στον άμβωνα και η πράξη...κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο.
Ο Αριστοφάνης δεν γράφει μανιφέστο. Γράφει σάτιρα. Και η σάτιρα έχει την κακή συνήθεια να ξεσκεπάζει όλους. Τους δήθεν επαναστάτες, τους συντηρητικούς, τους σωτήρες, τους ψηφοφόρους και όσους πιστεύουν ότι η ανθρωπότητα θα διορθωθεί μ' έναν καινούργιο νόμο.
Οι Μαϊστράλη - Μουμουλίδης διαβάζουν το έργο σαν θεατρική επιθεώρηση. Η αισθητική του καμπαρέ δεν είναι απλώς ένα εντυπωσιακό περιτύλιγμα, αλλά ο πυρήνας της δραματουργίας. Το σκηνικό, οργανωμένο σαν σειρά από καμαρίνια με φωτισμένους καθρέφτες, αποτελεί ίσως τον πιο εύστοχο συμβολισμό της παράστασης. Οι ήρωες ετοιμάζονται διαρκώς να εμφανιστούν μπροστά στο κοινό, όπως ακριβώς και οι πολιτικοί ετοιμάζουν καθημερινά την εικόνα τους. Οι καθρέφτες αντανακλούν πρόσωπα και προσωπεία, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Η ατμόσφαιρα καμπαρέ υπηρετεί τον σκοπό της. Η παράσταση υιοθετεί τη γλώσσα της επιθεώρησης, του μουσικού θεάματος και της θεατρικής πρόκλησης. Η σκηνοθεσία αντιμετωπίζει την πολιτική σαν να μην πέρασε μια μέρα από την εποχή του Αριστοφάνη. Η Εκκλησία του Δήμου μοιάζει να μετακομίζει στη σύγχρονη Βουλή και οι αρχαίοι ρήτορες δίνουν τη θέση τους στους τηλεοπτικούς πολιτικούς. Μέσα από λογοπαίγνια και αιχμηρές ατάκες, επιστρατεύονται αναγνωρίσιμες πολιτικές περσόνες για να σατιριστεί η υπερβολή της δημόσιας πολιτικής σκηνής.
Καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία αυτής της ατμόσφαιρας έχει ο «Κομπέρ», τον οποίο ερμηνεύει με σκηνική άνεση ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης. Γίνεται ο ιδανικός οικοδεσπότης, καθώς σχολιάζει, ειρωνεύεται, γεφυρώνει τις σκηνές και μοιάζει να μας κλείνει διαρκώς το μάτι.
Η Μαρίνα Ασλάνογλου ως «Πραξαγόρα» δεν επιλέγει την εύκολη οδό της φεμινιστικής σημαιοφόρου ούτε της αυστηρής πολιτικής ηγέτιδας. Χτίζει μια ηρωίδα με χιούμορ, αυτοπεποίθηση, θεατρική γοητεία και κυρίως ευφυΐα, κυριαρχώντας στη σκηνή. Η Πραξαγόρα της έχει καταλάβει ότι, όπως πάει το πράγμα, κάποιος πρέπει επιτέλους να πάρει το τιμόνι πριν το καράβι πέσει στα βράχια.
Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, στον ρόλο του «Βλέπυρου», του συζύγου της Πραξαγόρας, προσφέρει μία από τις πιο απολαυστικές ερμηνείες της βραδιάς. Σατιρίζει την ανθρώπινη αδράνεια με λεπτή ειρωνεία. Εκείνη την βολική κατάσταση, όπου όλοι θέλουμε αλλαγές, αρκεί να μη χρειαστεί να κάνουμε εμείς τη δύσκολη δουλειά και επουδενί να μην αλλάξουμε τις συνήθειές μας.
Και ύστερα εμφανίζεται ο Φοίβος Ριμένας στο διττό του ρόλο, με άψογο κωμικό timing, που κλέβει την παράσταση. Αν ο Αριστοφάνης έγραφε σήμερα, πιθανότατα θα τον έβαζε να κάνει live στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο Χορός αποτελούμενος από τις: Δήμητρα Βήττα, Μαρία Κυρώζη, Ερωφίλη Παναγιωταρέα, Διονυσία Μπαλαμώτη και Αναστασία Τζελέπη, είναι η φωνή της κοινωνίας, άλλοτε σαρκαστική, άλλοτε συμμέτοχη και πάντοτε αποκαλυπτική. Ξεχωρίζει η παρουσία της πληθωρικής Ίντρα Κέιν, ως σταθερός άξονας μέσα στη διαρκή θεατρική κίνηση του συνόλου, που επιμελείται η Πατρίσια Απέργη.
Η ωραία μουσική του Θοδωρή Οικονόμου συντονισμένη με τα δρώμενα. Λειτουργικά τα κοστούμια της Βάνας Γιαννούλα και τα φώτα του Νίκου Σωτηρόπουλου.
Και τελικά, τι μας λένε σήμερα οι «Εκκλησιάζουσες»; Ότι κάθε εποχή γεννά τους δικούς της μεσσίες και κάθε γενιά πιστεύει ότι ανακάλυψε την τέλεια λύση. Ότι κάθε πολιτικός υπόσχεται μια νέα αρχή και κάθε πολίτης επιμένει να εκπλήσσεται όταν το φινάλε μοιάζει επικίνδυνα με το προηγούμενο.
Το έργο, σαφώς, δεν διεκδικεί να απαντήσει αν οι γυναίκες κυβερνούν καλύτερα από τους άνδρες ή αν η κοινοκτημοσύνη είναι λύση. Ρωτά κάτι πιο ουσιαστικό. Γιατί κάθε γενιά πιστεύει ότι αυτή θα εφεύρει επιτέλους το τέλειο σύστημα, ενώ στο τέλος καταλήγει να αλλάζει μόνο τους πρωταγωνιστές και όχι το έργο;
Ο Αριστοφάνης έγραψε ένα έργο για μια κοινωνία που πίστευε ότι αλλάζοντας τους κυβερνώντες θα άλλαζε και τον κόσμο. Εμείς, πάλι, εξακολουθούμε να το δοκιμάζουμε κάθε τέσσερα χρόνια, ανεπιτυχώς.
Η παράσταση «Εκκλησιάζουσες - Γυναίκες στην εξουσία» διαθέτει ρυθμό, αισθητική συνέπεια, μουσικότητα, ωραίες ερμηνείες και μια σκηνοθετική άποψη που δεν φοβάται να παίξει με τα θεατρικά είδη. Κυρίως όμως διαθέτει αιχμηρό χιούμορ, το οποίο αφήνει πίσω του σκέψεις.


