«ΔΕΚΑΞΙ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Κυριακή, 04/10/2026 20:29
Στο «Δεκάξι» ο Γιάννης Κεντρωτάς στήνει μία μαύρη κωμωδία, η οποία δεν μπαίνει από την πόρτα με πάταγο, αλλά τρυπώνει στις μικρές, ασήμαντες κουβέντες της καθημερινότητας. Η επιχρωμίωση ενός καθρέφτη αυτοκινήτου, το ρύζι και το κριθαράκι, οι ντομάτες, το αντικουνουπικό φιδάκι, ένας ήχος ακορντεόν, λεπτομέρειες φαινομενικά αδιάφορες, που σταδιακά αποκτούν το βάρος ενός κόσμου ο οποίος χάνει την ισορροπία του.
Η υπόθεση λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός εγκλωβισμού παρά ως συμβατική αφήγηση. Στον πυρήνα βρίσκεται η εμμονή με το «σωστό», η ανάγκη να μπουν όλα σε τάξη, τη στιγμή ακριβώς που η πραγματικότητα παύει να υπακούει σε κανόνες. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η δύναμη του έργου. Ο άνθρωπος δεν φοβάται μόνο αυτό που έρχεται. Φοβάται κυρίως μήπως δεν μπορέσει να διατηρήσει την ψευδαίσθηση ότι όλα παραμένουν όπως πριν.
Οι συμβολισμοί του «Δεκάξι» δεν κραυγάζουν. Κρύβονται μέσα στην καθημερινότητα. Το φαγητό, το αυτοκίνητο, οι οικιακές συνήθειες, η εμμονή με την κοινωνική τάξη γίνονται μικρές άγκυρες ενός ανθρώπου που βλέπει το έδαφος να μετακινείται. Η οικογένεια, αντί να αποτελεί ασφαλές καταφύγιο, μετατρέπεται έτσι σε μικρογραφία μιας κοινωνίας που λειτουργεί με καχυποψία, φόβο και ανάγκη ελέγχου.
Η σκηνοθεσία του Κεντρωτά υπηρετεί αυτήν την ανατροπή με μία αισθητική που πατάει διαρκώς ανάμεσα στο κωμικό και το απειλητικό. Το γέλιο δεν είναι λύτρωση, αλλά παγίδα. Γελάς με το παράλογο και, σχεδόν ταυτόχρονα, αντιλαμβάνεσαι ότι το παράλογο δεν απέχει καθόλου από την πραγματικότητα. Η μικρή φόρμα του black box ενισχύει αυτή την αίσθηση εγκλωβισμού. Ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς μία οικογενειακή κρίση, αλλά βρίσκεται σχεδόν μέσα στο ίδιο δωμάτιο με τον φόβο.
Οι ερμηνείες των Αντώνη Αντωνίου, Φίλιππου Λούβαρη και Χριστίνας Σαμπανίκου κινούνται επιδέξια στην απαιτητική περιοχή όπου το κωμικό πρέπει να παραμένει απολύτως σοβαρό. Δεν χρειάζονται υπερβολές για να παραχθεί το παράδοξο. Αρκεί μία παύση, μία εμμονή σε μία ασήμαντη λεπτομέρεια, μία αντίδραση δυσανάλογη με αυτό που συμβαίνει. Οι χαρακτήρες πιστεύουν αυτά που λένε. Ακόμη κι όταν ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι η λογική τους έχει αρχίσει να ξεχειλώνει, εκείνοι συνεχίζουν να κινούνται μέσα στον δικό τους κανόνα. Εκεί ακριβώς γεννιέται το μαύρο χιούμορ της παράστασης.
Το ενδιαφέρον στο «Δεκάξι» είναι τελικά πως δεν μιλάει τόσο για μία έκτακτη κατάσταση, όσο για την ανθρώπινη προσπάθεια να συμπεριφερθεί σαν να μην υπάρχει έκτακτη κατάσταση. Και ίσως αυτό να είναι το πιο σκοτεινό του εύρημα. Οι ήρωες προσπαθούν διαρκώς να εξηγήσουν αυτό που τους συμβαίνει, ενώ ο θεατής σταδιακά αντιλαμβάνεται ότι ίσως το πραγματικό ζήτημα δεν είναι να βρεθεί η εξήγηση. Είναι να αντέξουν την απουσία της.
Και ξαφνικά το «Δεκάξι» δεν είναι πια ένας αριθμός. Είναι η λεπτομέρεια από την οποία μπορεί να αρχίσει να καταρρέει ολόκληρη η βεβαιότητα ότι ξέρουμε πού πατάμε.
Ένα έργο για τον φόβο, ντυμένο με χιούμορ. Για την οικογένεια, φωτισμένη από τις ρωγμές της και για την ανάγκη μας να κρατήσουμε κάτι σταθερό, ακόμη κι όταν ξέρουμε πως δεν είναι. Γιατί όταν όλα γύρω καταρρέουν, η κανονικότητα μπορεί να γίνει η πιο παράλογη μορφή άμυνας.


