«BARRYMORE» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Κυριακή, 03/05/2026 21:07
- Συντάκτης: Ντίνα Καρρά
- Κατηγορία: Κριτική Onlytheater
Σαν σκιά που αρνείται να σβήσει κάτω από το φως των προβολέων, ένας ηθοποιός επιστρέφει στο σανίδι κι αναμετριέται με τον ίδιο του τον μύθο, σε μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στη μνήμη και την ψευδαίσθηση. Ο John Barrymore δεν είναι πια μόνο όνομα· είναι ανάμνηση, σκιά και φλόγα μαζί.Τα λόγια του στάζουν ειρωνεία και αλήθεια, χιούμορ και πίκρα, σαν μια τελευταία πρόβα που δεν τελειώνει ποτέ. Ένας ηθοποιός, που κάποτε έλαμπε σαν άστρο και τώρα τρεμοπαίζει, όχι για να σβήσει, αλλά για να μας θυμίσει πως ακόμα και το φως, πριν χαθεί, καίει πιο δυνατά.
Η σκηνή γίνεται καθρέφτης και μέσα του αντανακλάται η δόξα, η πτώση, το χειροκρότημα, που ακόμα αντηχεί σε άδειες αίθουσες και κουρασμένες ψυχές. Απόψε, δεν θα δούμε απλώς έναν καλλιτέχνη. Θα δούμε την πάλη με τον χρόνο, την εύθραυστη γραμμή ανάμεσα στη μεγαλοφυΐα και την παρακμή, εκεί όπου το γέλιο σπάει σαν γυαλί και η θρυμματισμένη μνήμη γίνεται ο πιο απαιτητικός σκηνοθέτης.
Ο John Barrymore κουβαλά μαζί του φωνές, ρόλους, επιτυχίες και συντρίμμια - όλα όσα τον έπλασαν και όλα όσα τον διέλυσαν. Μέσα από τα απομεινάρια της δόξας, ξεδιπλώνεται η ιστορία ενός καλλιτέχνη που έζησε έντονα, αγάπησε το θέατρο βαθιά και πλήρωσε το τίμημα της ίδιας του της φλόγας. Απόψε, το θέατρο γίνεται τόπος εξομολόγησης. Κάθε λέξη, μία ρωγμή· κάθε παύση, ένα βλέμμα προς το παρελθόν που επιμένει να ζητά δικαίωση. Το γέλιο μπλέκεται με τη μελαγχολία και η αλήθεια ξεπροβάλλει εκεί που δεν την περιμένεις.
Καλώς ήρθατε σε μια εξομολόγηση, σε ένα τελευταίο χειροκρότημα που ίσως δεν πραγματοποιηθεί ποτέ. Η αυλαία ανοίγει, αποκαλύπτοντας τις πιο σκοτεινές ρωγμές.
Το «BARRYMORE: Ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο» του William Luce στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε έναν ηθοποιό και στη δύναμη του λόγου. Αν η ερμηνεία είναι ισχυρή, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι συγκλονιστικό. Αν όχι, η παράσταση καταρρέει, γιατί δεν έχει «στηρίγματα», πέρα από τον πρωταγωνιστή. Το έργο σκιαγραφεί το πορτρέτο του θρυλικού ηθοποιού John Barrymore στα τελευταία στάδια της ζωής του. Δεν πρόκειται, όμως, για μια γραμμική βιογραφία. Απεναντίας, είναι μια συναισθηματική και ψυχολογική κατάδυση ενός ανθρώπου, που υπήρξε ιδιοφυΐα αλλά και αυτοκαταστροφικός.Ο μονόλογος εναλλάσσεται μεταξύ χιούμορ, ειρωνείας και βαθιάς μελαγχολίας. Το κοινό γελάει, αλλά σχεδόν ταυτόχρονα νιώθει αμηχανία και θλίψη, καθώς γίνεται μάρτυρας της αποδόμησης ενός μύθου.
Ο Barrymore, σε μια ύστατη προσπάθεια να ξαναγίνει ο σπουδαίος Ριχάρδος Γ', νοικιάζει ένα θέατρο στη Νέα Υόρκη για μία βραδιά και με τη βοήθεια του Μαρκ, του πιστού του υποβολέα, διεκδικεί για τελευταία φορά το χειροκρότημα του κοινού.
Η μετάφραση και η σκηνοθεσία του Φοίβου Σαμαρτζή υπηρετούν με στοχοπροσήλωση τον εναλλασσόμενο ρυθμό της παράστασης και βρίσκουν στο πρόσωπο του Δημήτρη Καταλειφού τον ιδανικό εκφραστή της εύθραυστης μεγαλοπρέπειας του ειδώλου, εστιάζοντας απόλυτα στον άνθρωπο πίσω από τον μύθο. Η σκηνοθετική του προσέγγιση δεν αλλοιώνει τον μονολογικό πυρήνα του έργου, αλλά τον εμπλουτίζει με τη διακριτική εισαγωγή μιας δεύτερης σκηνικής παρουσίας, δημιουργώντας έναν πιο απτό διάλογο ανάμεσα στη μνήμη και την πραγματικότητα. Δεν επιχειρεί να γεμίσει τη σκηνή με περιττά ευρήματα. Αντιθέτως, δημιουργεί έναν ελεγχόμενο χώρο, όπου ο χρόνος διαστέλλεται και συστέλλεται μαζί με τη συνείδηση του ήρωα. Οι μεταβάσεις ανάμεσα στο παρόν, τις αναμνήσεις και τις φαντασιώσεις γίνονται με ρευστότητα, χωρίς να διαταράσσεται η δραματουργική συνοχή. Η προσέγγιση αυτή αναδεικνύει τη βαθιά υπαρξιακή διάσταση του έργου, αποφεύγοντας την παγίδα μιας απλής βιογραφικής αφήγησης.
Το εύστοχο σκηνικό περιβάλλον του Ντέιβιντ Νέγκριν, ο οποίος έχει και την επιμέλεια των κοστουμιών, υπηρετεί με συνέπεια αυτή τη λογική. Λειτουργεί σαν ένας ενδιάμεσος τόπος, που θυμίζει ταυτόχρονα καμαρίνι, εγκαταλελειμμένη σκηνή και πεδίο μνήμης, όπου τα αντικείμενα μοιάζουν να κουβαλούν το βάρος ενός παρελθόντος που δεν λέει να σβήσει.
Οι φωτισμοί του Αργύρη Θέου συμβάλλουν καθοριστικά, δημιουργώντας μεταπτώσεις ανάμεσα στο παρόν και τις φαντασιακές αναδρομές, σχεδόν σαν να παρακολουθούμε τις ρωγμές της συνείδησης του ήρωα.
Η μουσική του Νείλου Καραγιάννη λειτουργεί υποστηρικτικά στην ατμόσφαιρα και την ψυχολογία του εργου.
Στο επίκεντρο, βρίσκεται η υψηλής ακρίβειας και βάθους, ερμηνεία του Δημήτρη Καταλειφού, η οποία αποτελεί και τον βασικό άξονα επιτυχίας της παράστασης. Ο ηθοποιός, όπως δεν τον έχουμε ξαναδεί, καθώς τραγουδάει και χορεύει με άνεση (κίνηση Μαρίζα Τσίγκα), δεν ενσαρκώνει απλώς τον «John Barrymore», τον ανασυνθέτει μέσα από θραύσματα μνήμης, σαρκασμού και σπαρακτικής επίγνωσης της παρακμής του, αφήνοντας τις πιο έντονες στιγμές να προκύψουν σχεδόν αθόρυβα. Η φωνή, το σώμα και οι παύσεις του λειτουργούν με απόλυτο έλεγχο, συνθέτοντας ένα πορτρέτο που είναι ταυτόχρονα θεατρικό και βαθιά ανθρώπινο.
Ο υποβολέας «Μαρκ», τον οποίο ερμηνεύει με λεπτότητα και μέτρο ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης, δίνει μία ενδιαφέρουσα διάσταση στο έργο. Μολονότι, πρόκειται για έναν ρόλο διακριτικό, σχεδόν σκιασμένο από την κεντρική φιγούρα, η παρουσία του λειτουργεί ως δραματουργικό αντίβαρο, που επιτρέπει στον θεατή να παρακολουθήσει πιο καθαρά την αποσύνθεση του Barrymore. Είναι ο στωικός συνεργάτης που κρατά τον ήρωα σε επαφή με το παρόν, την ώρα που εκείνος παρασύρεται διαρκώς στις μνήμες και τις φαντασιώσεις του. Μέσα από μικρές παρεμβάσεις, βλέμματα και σιωπές, δημιουργεί έναν χαρακτήρα που εκπέμπει υπομονή, φροντίδα αλλά και μια σιωπηλή επίγνωση της κατάστασης του ηθοποιού.
Κι όταν η αυλαία πέφτει, ο Barrymore αποσύρεται σαν σκιά που ξέρει ότι είπε όσα έπρεπε. Και κάπου εκεί, στο μεταίχμιο ανάμεσα στο παιχνίδι και την εξομολόγηση, το θέατρο κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: μετατρέπει μια ζωή σε απόηχο κι έναν απόηχο σε κάτι που, για λίγο ακόμη, μοιάζει με αλήθεια. Πολύ ωραία παράσταση!


