«Η Ζ' ΕΠΙΣΤΟΛΗ Ή Ο ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΜΕΝΟΣ ΠΛΑΤΩΝΑΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Τετάρτη, 24/06/2026 12:59
Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2026, ο Αλέξανδρος Μιστριώτης καταπιάνεται με ένα υλικό που μοιάζει εκ πρώτης όψεως αντιθεατρικό: τη «Ζ’ Επιστολή» του Πλάτωνα, ένα κείμενο πολιτικής αυτοκριτικής, φιλοσοφικής απολογίας και προσωπικής διάψευσης. Το εγχείρημα είναι φιλόδοξο, αλλά σκοντάφτει στην πορεία του.
Ο Μιστριώτης απογυμνώνει τον Πλάτωνα από το μαρμάρινο βάθρο της ιστορίας και τον παρουσιάζει σαν έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που είδε το πολιτικό του όραμα να συντρίβεται στις Συρακούσες από την εξουσία, την ιδιοτέλεια και την ανθρώπινη αδυναμία. Δεν είναι ο αψεγάδιαστος σοφός, αλλά ο απογοητευμένος διανοούμενος που αναγκάζεται να παραδεχθεί ότι η πραγματικότητα δεν υπακούει στις θεωρίες του. Είναι ο άνθρωπος της αγωνίας, της αμφιβολίας, της διάψευσης, ο οποίος κοιτάζει τα συντρίμμια των ονείρων του και επιχειρεί, για τελευταία ίσως φορά, να νοηματοδοτήσει την αποτυχία τους. Και σε αυτό το σημείο, βρίσκεται η ουσία της παράστασης: όχι στη φιλοσοφία ως σύστημα ιδεών, αλλά στη φιλοσοφία ως τραύμα. Εκεί, όπου η βεβαιότητα παραχωρεί τη θέση της στην αμφιβολία και το όραμα συναντά το αδιέξοδό του.
Ωστόσο, δραματουργικά η παράσταση δεν αποφεύγει τις παγίδες. Μολονότι, η σκηνοθεσία αξιοποιεί εύστοχα την ιδέα ενός Πλάτωνα που σπάει τον «τέταρτο τοίχο» και συνομιλεί άμεσα με το κοινό, η εμμονή στην πυκνότητα του φιλοσοφικού λόγου δεν επιτρέπει στη θεατρική πράξη να αποκτήσει την απαιτούμενη ένταση. Σε αρκετά σημεία, ο λόγος κυριαρχεί σε τέτοιο βαθμό, με αποτέλεσμα η παράσταση να εγκλωβίζεται σε μια σχετική στατικότητα, στερώντας ενίοτε από το σκηνικό γεγονός την αναγκαία ρωγμή, εκείνη από την οποία θα μπορούσε να αναδυθεί μια πιο απρόβλεπτη, πιο σωματική και τελικά πιο συγκινητική εμπειρία. Ναι, μεν η σκέψη φωτίζεται με καθαρότητα, αλλά σπανίως φλέγεται, αφήνοντας την αίσθηση μιας ενδιαφέρουσας διάλεξης που δεν καταφέρνει να μετασχηματιστεί σε πλήρως βιωμένο θεατρικό γεγονός.
Παρ' όλα αυτά, ο Θωμάς Βελισσάρης αποδίδει έναν Πλάτωνα βαθιά ανθρώπινο και στοχαστικό, αναδεικνύοντας με ευαισθησία τις αμφιβολίες και τις διαψεύσεις του φιλοσόφου. Με λιτότητα στην έκφραση και εσωτερική ένταση, μεταφέρει στο κοινό το βάρος της εμπειρίας και της αυτοκριτικής. Η ερμηνεία του χαρακτηρίζεται από ωριμότητα, ακρίβεια και σκηνική αλήθεια.
Ο Οδυσσέας Ζήκας προσφέρει έναν πιο νευρώδη και γήινο αντίλογο και ο Αλέξανδρος Μιστριώτης χειρίζεται με μέτρο το υλικό του, χωρίς να επιδιώκει να κυριαρχήσει σκηνικά, αλλά υπηρετώντας τη συλλογική αφήγηση.
Το σκηνικό περιβάλλον του Βασίλη Ντόβρου αναπαριστά ένα ερειπωμένο τοπίο, όπου στρώματα μνήμης έχουν θαφτεί κάτω από τη σκόνη των αιώνων. Δεν κατάλαβα, όμως, ποτέ τη σκοπιμότητα των δυο κουρτινών - καταρτιών (;).
Οι φωτισμοί του Σίμου Σαρκετζή δημιουργούν θραύσματα ορατότητας.
Ενδεικτικά τα κοστούμια της Δήμητρας Λιάκουρα και συμβατή η μουσική του Χρήστου Παραπαγκίδη.
Παρά τις αδυναμίες της, λοιπόν, η παράσταση πετυχαίνει να επαναφέρει τον Πλάτωνα στο παρόν. Ο «απογοητευμένος Πλάτωνας» του Μιστριώτη θυμίζει επικίνδυνα κάθε σύγχρονο άνθρωπο που πίστεψε ότι οι ιδέες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και βρέθηκε αντιμέτωπος με την αδράνεια, τον κυνισμό και την εξουσία. Σε μια εποχή όπου η πολιτική απογοήτευση έχει γίνει σχεδόν συλλογική συνθήκη, το έργο αποκτά μια αναπάντεχη επικαιρότητα. Κι αυτή η ειλικρίνεια είναι ίσως το μεγαλύτερο προτέρημά του.


