«ΣΥΡΑΝΟ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΣΥΡΑΝΟ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.9/5 κατάταξη (51 ψήφοι)

          O Συρανό ντε Μπερζεράκ, του Εντμόν Ρονστάν, αυτή η πολυσχιδής προσωπικότητα, θα μπορούσε να είναι ο ιδανικός άνδρας στα μάτια μιας γυναίκας, αφού είναι φοβερός στη μάχη και θαυμαστός στον λόγο. Αλλά, η φύση τον έχει προικίσει και με μία τεράστια μύτη. Είναι άσχημος πολύ, πέφτει συχνά θύμα χλευασμού. Όλοι τον τρέμουν κι εκείνος τρέμει μπροστά στην όμορφη Ρωξάνη, που έχει ερωτευθεί παράφορα. Όμως, εκείνη έχει μάτια μόνο για τον γοητευτικό, αλλά «κενό» Κριστιάν. Και εκεί, αρχίζουν οι παρεξηγήσεις και τα μπερδέματα, καθώς ο τρυφερός Συρανό δανείζει τις λέξεις και τη φλόγα της καρδιάς του, γράφοντάς της γράμματα αντί αυτού. Και ο έρωτας που νιώθει για εκείνη ποτέ δεν ολοκληρώνεται, παραμένοντας κρυφός από την πλευρά του μέχρι το τέλος. Και μόνο λίγο προτού πεθάνει, της τον εκμυστηρεύεται.
          Όλο το νόημα της ιστορίας του Ροστάν είναι η αξία, ή καλύτερα η απαξία του «φαίνεσθαι». Πώς νιώθει κάποιος όταν δεν πληροί τις κοινωνικά κατασκευασμένες προδιαγραφές για να ερωτευτεί, να ευτυχήσει, να αγαπήσει, να διακριθεί, να εξελιχθεί, να ζήσει, να αρπάξει τη ζωή από τα μαλλιά. Πώς μπορείς να υπάρχει μακριά από στερεότυπα. Πώς υπάρχει μέσα στα στερεότυπα. Γιατί, αποδεικνύεται ότι οι προσπάθειες να γκρεμιστούν τα στερεότυπα παραμένουν το ίδιο επίκαιρες.
          Δύο σκηνοθετικές οδοί ενδείκνυνται για τέτοιου είδους έργα: ο δρόμος της φαντασμαγορίας με χορταστική εικονοποιία και εκείνος της φαντασίας. Η παράσταση του Γιώργου Νανούρη εντάσσεται στη δεύτερη εκδοχή, αλλά της λείπει το στοιχείο της έκπληξης. Τα ατμοσφαιρικά φώτα και οι καπνοί είναι μη καινοτόμα στοιχεία και πλέον επαναλαμβανόμενα σε κάθε σκηνοθεσία του. Είδαμε μια υπερβάλουσσα παρωδία, λοιπόν, με πολύ τρέξιμο, ξεφωνητά επιθεώρησης, αχρείαστες παρεμβολές, επιτηδευμένες σωματικές εκφράσεις. Μολονότι, ο έρωτας υμνείται στο έμμετρο, 15σύλλαβο πεντάπρακτο του Ροστάν, δεν τον νιώσαμε. Και δεν έφταιγε η εξαιρετική μετάφραση του Στρατή Πασχάλη, αλλά η ανύπαρκτη χημεία των πρωταγωνιστών. Επίσης, το σπάσιμο της θεατρικής σύμβασης δεν ωφέλησε πουθενά. Τουναντίον, δημιούργησε σύγχυση στο κοινό, που νόμιζε ότι οι ηθοποιοί έχουν ξεχάσει τα λόγια τους ή ο φωτιστής δεν κάνει σωστά τη δουλειά του. Οι ενδυματολογικές επιλογές (Τζίνα Ηλιοπούλου και Λίνα Σταυροπούλου) των ηθοποιών εντελώς αδιάφορες, με μόνη εξαίρεση εκείνων της Ρωξάνης. Ο, δε, Σαράντης (Συρανό) μοιάζει να φόρεσε ό,τι βρήκε μπροστά του και να βγήκε στη σκηνή για να παίξει. Η παιγνιώδης ζωντανή μουσική του Βάιου Πράπα, στα ατού, έδινε το στίγμα.
          Ο «Συρανό», του Μιχάλη Σαράντη, έμοιαζε με φλύαρο υπερήρωα. Σαν να κάνει πρωταθλητισμό επί σκηνής, σαν ένα one man show. Και κανείς δεν αμφιβάλλει για το ταλέντο του, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ο ρόλος δεν ήταν κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του. Η Λένα Παπαληγούρα φάνηκε επαρκής ως «Ρωξάνη». Ο Ιάσων Παπαματθαίου ήταν ένας άχρωμος «Κριστιάν». Ο Νικόλας Χανακούλας ως «Κόμης ντε Γκις» αποδείχτηκε απολαυστικός. Οι τέσσερις νεαροί ηθοποιοί – Κωνσταντίνος Γιουρνάς, Κωνσταντίνος Γεωργαλής, Χρήστος Πούλος και Γιώργος Φασούλας) υπήρξαν διεκπεραιωτικοί στους διάφορους ρόλους τους.
          «ΣΥΡΑΝΟ», ένα έργο ευμετάβλητο σε συναισθήματα. Ένας ύμνος για την αξιοπρέπεια, τη γενναιότητα, το πνεύμα, την αυταπάρνηση και την ανιδιοτελή αγάπη. Δεν βίωσα τίποτα από όλα αυτά, προς μεγάλη μου λύπη.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.