«Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΚΟΡΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Τετάρτη, 21/10/2026 20:52
Κάποιες πληγές δεν κλείνουν με το πέρασμα του χρόνου, αλλά παραμένουν σιωπηλές κάτω από την επιφάνεια της καθημερινότητας και περιμένουν μία φωνή, έναν ήχο, μία ανάμνηση για να ξανανοίξουν. Στο «Ο Θάνατος και η Κόρη» του Άριελ Ντόρφμαν, το παρελθόν δεν είναι μία σκοτεινή ανάμνηση που ξεθωριάζει με τον χρόνο. Είναι μία ζωντανή απειλή, ένας ανοιχτός λογαριασμός με την ιστορία και, κυρίως, με την ανθρώπινη συνείδηση. Στο Θέατρο Αθηνών, ο Αιμίλιος Χειλάκης και ο Μανώλης Δούνιας καταπιάνονται με ένα έργο που δεν αφηγείται απλώς μία, ακόμη, ιστορία βασανισμού, αλλά αναμετριέται με το ανεπούλωτο τραύμα της ανθρώπινης ύπαρξης και με το αμείλικτο ερώτημα αν μπορεί κανείς να επιστρέψει στη ζωή, όταν ένα κομμάτι του έχει ήδη πεθάνει.
Η Παουλίνα, πρώην πολιτική κρατούμενη που έχει υποστεί ψυχοσωματική βία, ζει σε ένα σπίτι απομονωμένο με τον σύζυγό της, Χεράρδο, ο οποίος συμμετέχει στη διαδικασία αποκατάστασης της δημοκρατικής τάξης. Η απρόσμενη εμφάνιση του Ρομπέρτο, ενός άντρα στη φωνή του οποίου αναγνωρίζει τον βασανιστή της, γίνεται η σπίθα που πυροδοτεί την επιστροφή του εφιάλτη. Η Παουλίνα αποφασίζει να πάρει τη δικαιοσύνη στα χέρια της και να τον κρατήσει αιχμάλωτο, αποσπώντας την ομολογία που θα της επιτρέψει να ανακτήσει ένα μέρος της χαμένης της αξιοπρέπειας. Από εκείνη τη στιγμή, η σκηνή μετατρέπεται σε πεδίο αναμέτρησης ανάμεσα στη μνήμη και την αμφιβολία, στην ανάγκη για τιμωρία και στην απαίτηση για αποδείξεις.
Μπορεί να υπάρξει συμφιλίωση χωρίς αλήθεια και δικαιοσύνη χωρίς μνήμη; Μπορεί ο άνθρωπος να απελευθερωθεί από το κακό χωρίς να γίνει, έστω και για μια στιγμή, φορέας του; Πόσο εύκολα μία κοινωνία μιλάει για το μέλλον, όταν δεν έχει ακόμη τολμήσει να κοιτάξει κατάματα το παρελθόν της; Και πόσο απέχει η δικαίωση από την εκδίκηση;
Ο συμβολισμός του τίτλου, σε συνομιλία με το ομώνυμο κουαρτέτο εγχόρδων του Φραντς Σούμπερτ, το οποίο συνδέεται με το τραυματικό παρελθόν της ηρωίδας, αποκτά μία σκοτεινή, σχεδόν εφιαλτική διάσταση. Η ομορφιά της μουσικής μετατρέπεται εδώ σε φορέα τρόμου. Ο θάνατος δεν είναι μόνο βιολογικός, αλλά εκείνος που εγκαθίσταται μέσα στον άνθρωπο όταν του αφαιρούν τη φωνή, την αξιοπρέπεια και την εμπιστοσύνη στον κόσμο. Η κόρη παλεύει να αναστηθεί από αυτή την εσωτερική νέκρωση, αναζητώντας έναν δρόμο επιστροφής στην κανονική ζωή. Το έργο αφήνει πολλά ανοιχτά ερωτήματα…
Ο συγγραφέας δεν προσφέρει καταφύγιο σε κανέναν. Η αλήθεια δεν παραδίδεται ως βολική αποκάλυψη, αλλά παραμένει ένα επικίνδυνο πεδίο διεκδίκησης. Το τραύμα είναι αδιαμφισβήτητο ως βίωμα, η ενοχή, όμως, χρειάζεται να διαλευκανθεί. Η δημοκρατία, εδώ, δεν φαντάζει με πανηγυρική κατάκτηση, αλλά σαν μία εύθραυστη υπόσχεση. Δεν αρκεί να αλλάξει το πολίτευμα, αν οι μηχανισμοί της βίας εξακολουθούν να στοιχειώνουν τις ζωές των ανθρώπων.
Εκεί ακριβώς γεννιέται η ηθική αγωνία του έργου. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς μία πειστική άρνηση ή ομολογία, αλλά η διατήρηση μιας αμφισημίας, που θα κάνει τον θεατή να επανεξετάζει διαρκώς τις κρίσεις του και να βρίσκεται αντιμέτωπος με τις δικές του ηθικές βεβαιότητες.
Η σκηνοθετική προσέγγιση των Μανώλη Δούνια και Αιμίλιου Χειλάκη, στην ρέουσα μετάφραση του Χρήστου Καρχαδάκη, ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσα στην αγωνία ενός ψυχολογικού θρίλερ και στο βάθος ενός πολιτικού δράματος. Σκοπός σε μία τέτοια ανάγνωση είναι να διατηρηθεί η αμφιβολία χωρίς να σχετικοποιηθεί η φρίκη και να αναδειχθεί η ανάγκη της δικαιοσύνης χωρίς να εξωραϊστεί η αυτοδικία. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο η ενοχή ή η αθωότητα ενός προσώπου, αλλά η εύθραυστη ισορροπία μιας κοινωνίας που επιχειρεί να οικοδομήσει τη δημοκρατία πάνω στα ερείπια της βίας, χωρίς να έχει συμφιλιωθεί με την αλήθεια της. Οι ερμηνείες θα πρέπει να κινηθούν σε ένα πεδίο εσωτερικών ρωγμών, όπου ο φόβος, η οργή, η αμφιβολία και η ενοχή συνυπάρχουν. Η ένταση δεν βρίσκεται μόνο στις συγκρούσεις, αλλά και σε όσα παραμένουν ανείπωτα, στα βλέμματα που αποφεύγονται, στις σιωπές που βαραίνουν περισσότερο από τις λέξεις. Γιατί η βία δεν τελειώνει, πάντοτε, όταν σταματάει το χέρι του θύτη. Ελλοχεύει στη μνήμη, μεταμφιέζεται σε φόβο και επιστρέφει ως ανάγκη για τιμωρία. Η σκηνοθεσία αγκαλιάζει με θέρμη το έργο, φωτίζοντας όχι μόνο την εξωτερική σύγκρουση των προσώπων, αλλά και τον αθέατο πόλεμο που διεξάγεται μέσα τους.
Το σκηνικό της Αθανασίας Σμαραγδή, ως χώρος εγκλεισμού και ψυχικής αντιπαράθεσης λειτουργεί σαν το περίβλημα μιας συνείδησης που δεν βρίσκει διέξοδο. Η υπόκωφη πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού, με τη σκιά του Σούμπερτ να διαπερνά τον κόσμο του έργου, υπενθυμίζει πως ακόμη και η ομορφιά μπορεί να μετατραπεί σε φορέα τραύματος, όταν συνδεθεί με μια αβάσταχτη μνήμη. Τα κοστούμια της Ιωάννας Τιμοθεάδου και οι υποβλητικοί φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου εντάσσονται σε αυτή τη δραματουργία της αβεβαιότητας, όπου το ορατό και το κρυμμένο, το φως και η σκιά, μοιάζουν να διεκδικούν εξίσου την αλήθεια. Την κίνηση επιμελείται η Φαίδρα Νταϊόγλου.
Ερμηνευτικά, οι τρεις χαρακτήρες συνθέτουν έξοχα ένα ασφυκτικό τρίγωνο συνειδήσεων, όπου κάθε λέξη μπορεί να γίνει κατηγορία και κάθε σιωπή να κρύβει μία ολόκληρη ιστορία.
Η Αθηνά Μαξίμου, ως «Παουλίνα», ενσαρκώνει το τραύμα που αρνείται να παραμείνει αόρατο, διεκδικώντας την αλήθεια και τη δικαίωση. Η πορεία της ηρωίδας, ωστόσο, δοκιμάζει τα όρια ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την εκδίκηση. Με ευαισθησία και εσωτερική ένταση, η Μαξίμου αποδίδει την ευαλωτότητα, τον φόβο, την οργή και την καχυποψία της, αποφεύγοντας τη μονοδιάστατη αναπαράσταση του τραύματος. Μία παλλόμενη, σπουδαία ερμηνεία, που αναδεικνύει την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου πόνου.
Ο Αιμίλιος Χειλάκης στον ρόλο του «Χεράρδο» ισορροπεί δεξιοτεχνικά ανάμεσα στην προσωπική αφοσίωση και τη θεσμική ευθύνη, στην αγάπη και τη δικαιοσύνη. Αποδίδει με λεπτότητα την αμηχανία ενός ανθρώπου που βλέπει τις βεβαιότητές του να κλονίζονται και τη λογική του να δοκιμάζεται. Η υπεράσπιση της θεσμικής τάξης μετατρέπεται σε ηθικό δίλημμα, καθώς η επιδίωξη της πολιτικής ομαλότητας κινδυνεύει να συγκαλύψει την αλήθεια. Μία καίρια και ανθρώπινη ερμηνεία, που αναδεικνύει τις αντιφάσεις ενός αμφίσημου ήρωα.
Ο Αντώνης Μυριαγκός, ως «Ρομπέρτο», επωμίζεται την πολυσημία που αποτελεί τον πυρήνα της δραματουργίας. Με την παρουσία του συντηρεί την αβεβαιότητα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο της ενοχής, της άρνησης ή της προσπάθειας ελέγχου. Η ερμηνεία του, απτή, εναρμονίζεται ανάμεσα στην ευαλωτότητα και την απειλή, χωρίς να αποκαλύπτει πρόωρα τις προθέσεις του ήρωα. Έτσι, ο Ρομπέρτο γίνεται ο καθρέφτης της ανάγκης μας να αποδώσουμε ενοχή πριν ακόμη διασφαλίσουμε την αλήθεια.
Το «Ο Θάνατος και η Κόρη» παραμένει ένα έργο που αρνείται να προσφέρει την ανακούφιση μιας καθαρής ηθικής ετυμηγορίας. Η παράσταση καθηλώνει, μετατρέποντας το τραύμα και τη μνήμη σε μία συγκλονιστική αναμέτρηση με την αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Με ερμηνείες υψηλής έντασης και συναισθηματικό βάθος, συνθέτει ένα θέατρο αμείλικτο, βαθιά πολιτικό και ανθρώπινο.


