«Ο ΓΑΜΟΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«Ο ΓΑΜΟΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.9/5 κατάταξη (19 ψήφοι)

          Γιατί μας σοκάρει, τόσο, η εικόνα ενός γυμνού αιδοίου; Σερβίρεται ωμά «στα μούτρα μας» και εμείς κατεβάζουμε τα μάτια από ντροπή. Γιατί, τώρα, η ανάσα κόβεται και οι λέξεις παγώνουν; Γιατί δεν ομολογούμε όλα εκείνα που σκεφτόμασταν, πριν, στα κρυφά;
          Το «Γάμος» του Μάριου Ποντίκα, αν και θεωρείται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα νεοελληνικά θεατρικά κείμενα, δύσκολα το αγγίζει κάποιος. Γιατί είναι ένα πολύ σκληρό και σοκαριστικά ειλικρινές έργο. Γιατί έχει τα κότσια να αποκαλύπτει τις αλήθειες και τις χρόνιες κοινωνικές παθογένειες, που πολλοί αποδέχονται και ελάχιστοι παραδέχονται δημοσίως. Γιατί προκαλεί σοκ με το «καλημέρα».
          Θα λέγαμε ότι συμπυκνώνει όλους τους λόγους για τους οποίους έπρεπε, κάποια στιγμή, να αλλάξει ο Ποινικός Κώδικας και για τους οποίους θα πρέπει να αλλάξουν και οι ανθρώπινες συμπεριφορές. Ένα έργο που ξύνει την πληγή ως το κόκαλο, που δεν λειαίνει τις γωνίες και αποκαλύπτει όλη την κοινωνική αναλγησία και υποκρισία, μετά από ένα βιασμό ή μάλλον μετά από αλλεπάλληλους βιασμούς. Το πρόσωπο ενός αμίλητου κοριτσιού και η «τιμή» του, σε κοινή θέα, για να ξεσκεπαστούν όσα εντέχνως κρύβονται πίσω από αυτήν. Πλέον, «όχι» σημαίνει «όχι» και στη νομική γλώσσα. Τι γίνεται, όμως, με τη στενοκεφαλιά και τις μικροπρεπείς συμπεριφορές των ανθρώπων σχετικά με την κουλτούρα του βιασμού;
          Η 15χρονη Αφέντρα πέφτει θύμα βιασμού κι όμως σύρεται σε γάμο με τον βιαστή της για το «καλό» όλων, αφού πρώτα περνάει δια πυρός και σιδήρου, χλευάζεται, σπιλώνεται, αυτοπυρπολείται, παραμορφώνεται. Μόνη και ανυπεράσπιστη, βλέπει το πραγματικό πρόσωπο της οικογένειας, της κοινωνίας, της δικαιοσύνης, του κράτους, της εκκλησίας. Όλοι την κατηγορούν και όλοι τελικά συνηγορούν στην συγκάλυψη του εγκλήματος, δίνοντας τις ευλογίες τους. Η τιμή και η υπόληψη της οικογένειας πάνω από όλα … τι υποκριτές!
          Το έργο ακολουθεί δύο αφηγηματικούς άξονες. Βλέπουμε την πίεση που ασκείται από την οικογένεια του θύματος (τον πατέρα, τη μητέρα και τη μεγαλύτερη αδελφή) στο βιασμένο κορίτσι, ως απόρροια ( ; ) της πίεσης που δέχεται από την κοινωνία. Οι έντονες σκηνές της οικογένειας διακόπτονται από μονολόγους που παρεμβάλλονται, των παραγόντων της δίκης (συνήγορος, ιατροδικαστής, εισαγγελέας, μάρτυρες, κατηγορούμενος). Στο τέλος, όλοι φορούν τα γιορτινά τους για τον επικείμενο «γάμο». Γύμνια στην ψυχή, παγωνιά στην καρδιά και μια απέραντη σιωπή…
          Η Ελένη Σκότη με την ομάδα Νάμα φτιάχνουν μια παράσταση, που ουρλιάζει αλήθειες, στα πρότυπα του «in-yer-face theatre». Δηλαδή, του θεάτρου που δε σου αφήνει κανένα περιθώριο να επαναπαυθείς ή να το αγνοήσεις. Δε σου αφήνει καν το απαιτούμενο οξυγόνο. Σε κάνει συμμέτοχο και συνένοχο μιας τοξικής κατάστασης. Ο θεατής τρώει αλλεπάλληλα χαστούκια και νιώθει έντονα στο πετσί του την έμφυλη βία, την πατριαρχία, τον κοινωνικό κανιβαλισμό, τον σεξισμό. Θλίψη, αγωνία, πόνο, οργή, απέχθεια σε γενναίες δόσεις, για να ξεβολεύεται συνεχώς. Και το «χαλασμένο» αιδοίο σε πρώτο πλάνο για να μη μπορεί να στρέψει το βλέμμα του αλλού.
          Η Μέγκυ Σούλι είναι η πέτρα του σκανδάλου, που υπομένει στωικά το δράμα της και παραμένει βουβή καθ' όλη τη διάρκεια. Μπορεί να μην αρθρώνει λέξη από το στόμα, αλλά το κορμί της πάλλεται και κραυγάζει στην κυριολεξία. Συγκλονίζει.
          Ο Ηλίας Βαλάσης είναι ο φαινομενικά άμεμπτος και ηθικός πατέρας, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν φαλλοκράτη χωρίς ενσυναίσθηση και δίχως ίχνος σεβασμού στα ατομικά δικαιώματα. Πάνω απ' όλα, η «τιμή του», για να την ξεπουλήσει, σε δεύτερο χρόνο, στον βωμό του χρήματος. Η ερμηνεία του ηθοποιού, αιχμηρή, ρεαλιστική με τέτοιο δυναμικό ρετζίστρο που κερδίζει αμέσως τις εντυπώσεις.
          Η Μαρία Κάτσενου, στον ρόλο της μάνας, ισορροπεί με πιστότητα μεταξύ απόγνωσης και συμβιβασμού. Άλλο ένα θύμα στα δίχτυα του πατριαρχικού καθεστώτος.
          Η Αθανασία Κουρκάκη ενδύεται ευθύβολα τη μεγάλη αδελφή και είναι σαν να βλέπουμε πιστό αντίγραφο του πατέρα της, σε θηλυκή μορφή. Στο πρόσωπό της καθρεφτίζεται διακριτά η εγωπάθεια, η σκληρότητα και η αδιαλλαξία μιας νεαρής κοπέλας που νοιάζεται μόνο για τον εαυτό της, αδιαφορώντας για την τύχη του θύματος.
          Ο Στέλιος Δημόπουλος αναλαμβάνει με ζήλο και άνεση όλους τους υπόλοιπους ρόλους (των μαρτύρων, του συνήγορου, του ιατροδικαστή, του εισαγγελέα και του δράστη). Δε θα ξεχάσω το παγωμένο βλέμμα του στην τελευταία σκηνή.
          Εύχρηστο το λιτό σκηνικό του Γιώργου Χατζηνικολάου, σωστά τα κοστούμια της Μαρίας Αναματερού, διειδυτικοί οι φωτισμοί του Αντώνου Παναγιωτόπουλου και ταιριαστή η μουσική του Στέλιου Γιαννουλάκη.
          Θέατρο στα καλύτερά του. Θέατρο ρεαλιστικό με όλη την ουσία. Θέατρο που σοκάρει, ξεβολεύει, ταρακουνάει, συγκινεί. Μια ιστορία σκληρή αλλά αληθινή. Μια ιστορία που οφείλεις να δεις κατάματα. Γιατί το έργο «ΓΑΜΟΣ», του Μάριου Ποντίκα, θα τρυπώνει σε κάθε σιωπή…


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.