«ΜΗΔΕΙΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΜΗΔΕΙΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (6 ψήφοι)

          Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξε πλάσμα πιο γοητευτικό και πιο τρομαχτικό, συνάμα, από τη «Μήδεια», του Ευριπίδη. Η «δύο φορές βάρβαρη από καταγωγή και από έρωτα» ηρωίδα του, η «καταραμένη Αγία» που ξεβολεύει και προκαλεί τον φόβο στους θεατές, η τραγική φιγούρα που συνθλίβεται από την πατριαρχική κοινωνία και τελικά αποθεώνεται στους ουρανούς από τον ποιητή, παρουσιάζεται φέτος, από το δίδυμο Χειλάκη - Δούνια.
          Είδαμε μια σύγχρονη, καλαίσθητη, στην όψη ανάγνωση του έργου, με συνέπεια, ουσία και αρμονία λόγου, έκφρασης, κίνησης. Πατώντας στην πληθωρική μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα και τηρώντας ευλαβικά το πρότυπο της αρχαίας τραγωδίας αναφορικά με τους ρόλους, αφηγήθηκαν καθάρια την ιστορία μιας γυναίκας, η οποία φτάνει στο μεγάλο έγκλημα, μόνο και μόνο, για να κόψει το νήμα της αντρικής εξουσίας από πάνω της. Η Μήδεια δε γίνεται παιδοκτόνος από ερωτικό φθόνο. Η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της για να τα αποτρέψει από μία χειρότερη μοίρα, από τον βέβαιο θάνατο στα χέρια των εχθρών της, όπως ακριβώς έκαναν οι Ελληνίδες στο Ζάλογγο ή πολλές Εβραίες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Είναι το πληγωμένο θηλυκό που τα σχέδιά του καθορίζονται, αποκλειστικά και μόνο, από τις συμπεριφορές των ανδρών. Είναι η γυναίκα που υπερασπίζεται τη θέση της απέναντι σε κάθε λογής εξουσία, με την ειδοποιό διαφορά ότι εκείνη μετατρέπει τα λόγια της σε πράξεις.
          Η σκηνοθεσία, μέσω της δόμησης της παράστασης, εστίασε σκόπιμα στη σύγκρουση μεταξύ των δύο φύλων σε ένα άκρως ορθολογιστικό σύμπαν, εκτοξεύοντας δριμύ κατηγορώ στην ηθική της εποχής. Οι ερμηνείες υπήρξαν καλοδουλεμένες με συναισθηματική διαφάνεια και εσωτερική ενέργεια.
          Το σκηνικό και οι ενδυματολογικές επιλογές της Εύας Νάθενα συνέβαλαν καθοριστικά στη ζύμωση του έργου. Ανδρόγυνα γκρι κοστούμια φορεμένα ανάποδα από τον θίασο αντικατόπτριζαν, εύστοχα, την αντεστραμμένη πραγματικότητα. Οι ξύλινες σκάλες, ευρηματική και ευέλικτη σύλληψη ως ιδέα πολλαπλών συμβολισμών, λειτούργησαν εξαιρετικά στην εξέλιξη της ροής, καθώς αντιλαμβανόμαστε την άνοδο και την πτώση, τη ζωή και τον θάνατο, την αρχή και το τέλος, τη ρευστότητα, τα διαχωριστικά όρια. Σε συνδυασμό με τους υποβλητικούς φωτισμούς, του Νίκου Βλασόπουλου, δημιουργούσαν πολύ όμορφες σκηνές.
          Ο Δημήτρης Καμαρωτός εμπνεύστηκε τη μουσική της παράστασης, η οποία εντάχθηκε αρμονικά στο όλον. Η φυσική του παρουσία, δε, ως μέρος του Χορού, είχε θετικό πρόσημο.
          Η γλώσσα του σώματος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δομή της συνθήκης. Η Πατρίσια Απέργη δίδαξε χορογραφημένες κινήσεις, άρτια εκτελεσμένες από τον θίασο, που σωματοποιούσε κάθε συναίσθημα και απεικόνιζε το τραγικό της υπόθεσης.
          Η Αθηνά Μαξίμου συντάραξε σε έναν ρόλο γεμάτο από οδύνη και ηδονή, εξισορροπώντας μοναδικά μεταξύ του οικείου και του ανοίκειου, του τυπικού και του εξαιρετικού, του συμπαθούς και του αποκρουστικού, του «Εαυτού» και του «Άλλου». Ερμηνευτικά πολυδιάστατη με αψεγάδιαστη σκηνική ευσυνειδησία και υποκριτική αξιοσύνη, ενδύθηκε τη γυναίκα που υποκινείται από το μίσος και την αρχέγονη επιθυμία για εκδίκηση με έλλογο σχεδιασμό.
          Ο Αιμίλιος Χειλάκης έχει το χάρισμα να διαισθάνεται και να αφουγκράζεται το παρόν. Οι υποκριτικές του εγγραφές είναι αδιαμφισβήτητες. Διαγράφει με αφοπλιστική άνεση τον σκληροτράχηλο βασιλιά της Κορίνθου, «Κρέοντα». Σκιαγραφεί με ευθυβολία την εξελεγκτική πορεία του «Ιάσονα». Απόλυτο αρσενικό, επίορκος, εξουσιολάγνος, υπέρμετρα φιλόδοξος και θρασύς πατάει επί πτωμάτων για το προσωπικό του συμφέρον. Βιώνει τον απόλυτο έρωτα και την απόλυτη καταστροφή, όταν έρχεται αντιμέτωπος με το απόλυτο θηλυκό που ακούει στο όνομα Μήδεια. Στο φινάλε, στέκεται ανήμπορος να σπαράζει για τον χαμό των παιδιών του.
          Ο Αναστάσης Ροϊλός εξελίσσεται ραγδαία ως ηθοποιός. Το τρίπτυχο του ρόλου του («Τροφός», «Αιγέας» και «Αγγελιαφόρος») υπηρετείται με ωριμότητα και δεξιοτεχνία. Ειδικά, ως «Αγγελιαφόρος» σωματοποιεί επιτυχώς το συναίσθημά του, καθώς είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ ζωντανών και νεκρών. Η δε, σκηνή της «πτώσης» του θεωρώ ότι είναι κορυφαία στιγμή της βραδιάς.
          Η Μυρτώ Αλικάκη, ως «Κορυφαία» του Χορού, εκφραστική και έμπειρη, ήταν η φωνή της λογικής.
          Δίπλα της, η Γιώτα Νέγκα, ως άλλη «Κορυφαία», τραγούδησε με απίστευτη καθαρότητα και αντίληψη τα φοβερά ποιητικά λόγια.
          Ο Χορός των γυναικών, αποτελούμενος και από τρεις άνδρες ερμηνευτές - χορευτές, κινήθηκε με ρυθμό, θεατρικούς σχηματισμούς και σκηνική ένταση. Η Πετρίνα Γιαννάκου, η Μάιρα Γραβάνη, η Αλεξάνδρα Δρανδάκη, ο Γιώργος Ζυγούρης, η Ελευθερία Κοντογεώργη, η Εριέττα Μανούρη, ο Βασίλης Μπούτσικος, ο Γιώργος Νούσης και η Δάφνη Σταθάτου με παλλόμενες φωνητικές και σωματικές ερμηνείες, εκρήγνυνται στα τεκτενόμενα σαν αναπόσπαστο κομμάτι της παράστασης.
          Ένα ασκημένο σύνολο με τέλεια όψη, θα χαρακτήριζα την ανάγνωση της «Μήδειας». Γιατί διέθετε όλα εκείνα που στερούνται άλλες τραγωδίες, γιατί το καθετί είχε λόγο ύπαρξης, γιατί ένιωσα τον «έλεον και τον φόβον».


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.