«ΜΕΝΓΚΕΛΕ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΜΕΝΓΚΕΛΕ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

          Το πιο ανησυχητικό στοιχείο στο «Μένγκελε» του Θανάση Τριαρίδη δεν είναι η φρίκη που παραπέμπει στο πρόσωπο του ναζιστή γιατρού. Είναι εκείνη η λεπτή γραμμή κατάργησης των ορίων μεταξύ θύματος - θύτη και η εξάλειψη της αίσθησης της ηθικής ασφάλειας. Εκεί ακριβώς εστιάζει η παράσταση, σε σκηνοθεσία Βάνας Πεφάνη, στο ΠΛΥΦΑ, η οποία δεν προσπαθεί να κάνει το κοινό να συγκινηθεί για το Ολοκαύτωμα, αλλά να αναπαραστήσει τον μηχανισμό που μπορεί να μετατρέψει έναν «κανονικό» άνθρωπο σε φορέα εξουσίας και βίας.
          Δύο άνθρωποι, άγνωστοι μεταξύ τους, συναντιούνται σε ένα σταματημένο τρένο. Εκείνος, ένας συνηθισμένος διοικητικός υπάλληλος και εκείνη, μία υποψήφια διδάκτορας Ιστορίας. Η διακοπή του ρεύματος τους εγκλωβίζει και μέσα στην αμηχανία της αναμονής, γεννιέται ένα παιχνίδι ρόλων: εκείνος θα υποδυθεί τον Γιόζεφ Μένγκελε και εκείνη την Εσθήρ, απόγονο μιας γυναίκας που υπήρξε θύμα των πειραμάτων του. Σύντομα, όμως, το παιχνίδι παύει να είναι αθώο. Οι ρόλοι αρχίζουν να καταπίνουν τους ανθρώπους που τους υποδύονται και τότε η θεατρική σύμβαση γίνεται παγίδα.
          Το σταματημένο τρένο μετατρέπεται, έτσι, σε θάλαμο εγκλωβισμού. Το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν και το κουπέ μετατρέπεται σε εργαστήριο ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το πραγματικό πείραμα, όμως, δεν αφορά μόνο τους δύο χαρακτήρες, αλλά και τον ίδιο τον θεατή, ο οποίος βρίσκεται στη θέση του παρατηρητή, όπως ακριβώς ο ερευνητής παρατηρεί το πειραματόζωο. Στην αρχή νομίζουμε ότι παρακολουθούμε δύο ανθρώπους που υποδύονται πρόσωπα. Στη συνέχεια καταλαβαίνουμε ότι παρακολουθούμε δύο ανθρώπους που δοκιμάζουν τα όριά τους. Και τελικά ανακαλύπτουμε ότι ίσως το πραγματικό πείραμα δεν αφορά μόνο τους δύο επί σκηνής, αλλά όλους εμάς, καθώς υπονομεύει την αίσθηση ασφάλειας. Το «Μένγκελε» δεν κατονομάζει, λοιπόν, μόνο έναν εγκληματία, αλλά μία δυνατότητα του ανθρώπου.
          Η δραματουργική επιλογή του Τριαρίδη έχει κάτι βαθιά ανησυχητικό και εξαιρετικά σύγχρονο. Το πραγματικό του θέμα δεν είναι μόνο ο ναζισμός, αλλά η «νομιμοποίηση» της βίας. Ο διοικητικός υπάλληλος δεν είναι ένας δεύτερος Μένγκελε επειδή «κρύβει μέσα του έναν ναζιστή», αλλά επειδή ανακαλύπτει ότι η εξουσία μπορεί να είναι απολαυστική, ότι η υποταγή του άλλου μπορεί να δημιουργεί ένα αίσθημα δύναμης και ότι, όταν το πλαίσιο το επιτρέψει, η ηθική μπορεί να μετατραπεί σε διαπραγματεύσιμο όριο. Ο Μένγκελε είναι απλώς το ακραίο παράδειγμα. Το έργο ενδιαφέρεται για τον δρόμο που οδηγεί στην δημιουργία του τέρατος.
          Η σκηνοθεσία της Βάνας Πεφάνη αποφεύγει την εύκολη λύση της αναπαράστασης του Άουσβιτς και εστιάζει στην ψυχολογική φρίκη. Η βία δεν παρουσιάζεται ως εξαίρεση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά ως δυνατότητα που ενεργοποιείται όταν η εξουσία συναντά την απουσία ορίων. Στην αρχή υπάρχει η καθημερινότητα, η αμηχανία, το παιχνίδι. Στη συνέχεια το παιχνίδι γίνεται δοκιμή, η δοκιμή γίνεται εξουσία και η εξουσία γίνεται απειλή. Ωστόσο, η ίδια η ένταση του κειμένου και η διαρκής κλιμάκωση απειλεί να γίνει προβλέψιμη. Εκεί ακριβώς χρειάζεται η σκηνοθετική αυτοσυγκράτηση και στις πιο δυνατές στιγμές της, η συνθήκη γίνεται πραγματικά ασφυκτική.
          Ο Γιώργος Νάσιος αποφεύγει επιτυχώς τον στερεοτυπικό, τερατώδη «Μένγκελε». Το ενδιαφέρον της ερμηνείας του βρίσκεται στη σταδιακή μετατόπιση από την καθημερινότητα στην επιβολή. Η βία του δεν είναι εξαρχής θεαματική, γίνεται επικίνδυνη επειδή παρουσιάζεται ως λογική, σχεδόν φυσιολογική. Αυτό είναι και το πιο τρομακτικό χαρακτηριστικό του χαρακτήρα.
          Η Εύα Πιάδη, από την άλλη, δεν εγκλωβίζει την «Εσθήρ» στον ρόλο του παθητικού θύματος. Η ηρωίδα αντιστέκεται, αμφισβητεί, επιτίθεται, διεκδικεί τον λόγο της. Το σώμα της γίνεται πεδίο μάχης, αλλά όχι αντικείμενο κατοχής. Η ερμηνεία της κινείται ανάμεσα στην ευαλωτότητα και την επιθετικότητα, στη μνήμη και την ανάγκη επιβίωσης. Η μεταξύ τους σχέση είναι, τελικά, μία διαρκής ανακατανομή δύναμης. Κανείς δεν παραμένει σταθερά θύτης και κανείς σταθερά θύμα. Και αυτή η αστάθεια κρατάει την παράσταση σε εγρήγορση.
          Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιώργου Λυντζέρη υπηρετούν τη λιτή αισθητική της παράστασης. Οι φωτισμοί του Γιώργου Τσιτσίγκου αξιοποιούν τις σκιές και τις περιοχές του μισοσκότους για να ενισχύσουν την αίσθηση εγκλωβισμού, ενώ τα «Live Textures» του Orestis λειτουργούν ως νευρικό υπόστρωμα.
          Εν κατακλείδι, το «Μένγκελε» δεν μας καθησυχάζει ότι το κακό βρίσκεται μακριά μας, ούτε ότι «αυτά συνέβησαν κάποτε». Απεναντίας, μεταφέρει το ερώτημα από το Άουσβιτς στο κουπέ, από την Ιστορία στο παρόν, από τον Μένγκελε στον καθημερινό άνθρωπο. Και ίσως αυτό είναι το πιο ανατριχιαστικό διακύβευμα του έργου. Σε ποιο σημείο ένας άνθρωπος παύει να είναι απλώς άνθρωπος και αρχίζει να γίνεται φορέας της βίας;

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.