«ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

          Η Aριστοφανική κωμωδία «Λυσιστράτη» του ΚΘΒΕ, σε σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία και απόδοση του Αστέριου Πελτέκη, παρουσιάστηκε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 21 και 22 Αυγούστου 2026, με την Ελισάβετ Κωνσταντινίδου στον ομώνυμο ρόλο.
          Η παραγωγή συνοδεύτηκε από ένα εντυπωσιακό επιτελείο συντελεστών: μετάφραση του Κωνσταντίνου Μπούρα, μουσική του Γιώργου Ανδρέου, χορογραφία του Κωνσταντίνου Ρήγου, σκηνικά της Φρόσως Λύτρα, κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη και φωτισμούς του Στέλιου Τζολόπουλου.
          Και εδώ ακριβώς αρχίζει το παράδοξο. Τόσοι συντελεστές, τόσο μεγάλη παραγωγή, τόσος θόρυβος και τόσο λίγος Αριστοφάνης, εντέλει. Είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μια παράσταση μπορεί να διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για να είναι ενδιαφέρουσα και, τελικά, καταντά να πνίγεται κάτω από το βάρος των ίδιων των προθέσεών της.
          Η παράσταση, λοιπόν, επιχείρησε να παρουσιάσει τη «Λυσιστράτη» όχι ως μουσειακό κατάλοιπο αλλά ως «ζωντανό πολιτικό γεγονός», ως σχόλιο πάνω σε μια κοινωνία εξαντλημένη από τον πόλεμο και τη φθορά και στην ανάγκη της για επανεκκίνηση. Το ερώτημα είναι, αν η σκηνική πράξη την δικαίωσε. Και η απάντηση είναι μάλλον δυσάρεστη.
          Η ατυχής σκηνοθεσία του κ. Πελτέκη έπασχε από μια διαρκή ανάγκη επίδειξης. Η σκηνική γλώσσα έμοιαζε να προσπαθεί τόσο απεγνωσμένα να αποδείξει την επικαιρότητά της, ώστε τελικά, να γίνεται λιγότερο πολιτική και περισσότερο διακοσμητική. Όλα έπρεπε να είναι μεγαλύτερα, εντονότερα, πιο θεαματικά, πιο «επίκαιρα», αλλά τελικά κατέληγαν σε έναν βαρετό σκηνικό πληθωρισμό, που δεν άφηνε χώρο στην απλότητα, στην παύση, στην ειρωνεία, στην πραγματική κωμική έκπληξη. Το δε χιούμορ ήταν, ίσως, το μεγαλύτερο μειονέκτημα της συνθήκης. Η σκηνοθετική προσέγγιση επιστράτευσε κοινωνικές και τεχνολογικές αναφορές ως υλικό για σατιρικά λογοπαίγνια και αρκετά «φτηνά αστεία», αποδυναμώνοντας έτσι τη βαρύτητα του έργου. Με τόση προσπάθεια να παραχθεί «σύγχρονο θέατρο», ξεχάστηκε η στοιχειώδης αλήθεια, ότι η αρχαία κωμωδία δεν χρειάζεται να γαντζωθεί -και μάλιστα χονδροειδώς- στην επικαιρότητα, για να φαντάζει σύγχρονη.
          Ο Αριστοφάνης δεν είναι stand-up comedy με αρχαία ονόματα. Δεν είναι επίκαιρος επειδή μπορούμε να τον κάνουμε να μοιάζει με τηλεοπτική ή διαδικτυακή κωμωδία του σήμερα. Είναι επίκαιρος επειδή οι μηχανισμοί που σατιρίζει εξακολουθούν να υπάρχουν. Ο πόλεμος, η πολιτική ανικανότητα, η κατάχρηση εξουσίας, η σεξουαλικότητα, η κοινωνική κόπωση και η αδυναμία συνεννόησης είναι από μόνα τους αρκετά ισχυρά θέματα. Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να του προσθέτεις συνεχώς «επικαιρότητα», αλλά να βρεις τον ρυθμό, που θα κάνει το αρχαίο κείμενο να μοιάζει σαν να γράφτηκε χθες. Στην προκειμένη περίπτωση, οι σύγχρονες αναφορές και τα εύκολα αστεία προκαλούσαν το εύκολο γέλιο, αλλά δυστυχώς αποδυνάμωναν την πολιτική διάσταση του έργου. Το βασικό ερώτημα, επομένως, είναι αν το γέλιο οδηγούσε τον θεατή σε γόνιμο προβληματισμό ή αν λειτουργούσε απλώς ως διασκέδαση, επισκιάζοντας την κριτική ματιά. Και όταν μια κωμωδία χρειάζεται τόση σκηνοθετική επιβεβαίωση για να προκαλέσει γέλιο, τότε σίγουρα κάτι πάει στραβά.
          Το τεράστιο καστ αποτελούσε, αναμφισβήτητα, εντυπωσιακό στοιχείο της παραγωγής. Το θέμα είναι ότι πολυπρόσωπος θίασος δεν σημαίνει αυτομάτως ensemble.
          Η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου έχει αναμφισβήτητη κωμική εμπειρία και σκηνική αμεσότητα. Όμως, η «Λυσιστράτη» δεν είναι απλώς ένας ακόμη κωμικός ρόλος. Είναι η γυναίκα που αναλαμβάνει να ανατρέψει μια ολόκληρη πολιτική και κοινωνική κατάσταση. Χρειάζεται πίσω από το γέλιο να υπάρχει εξουσία, ευφυΐα, αποφασιστικότητα, ακόμη και μια απειλητική αίσθηση ότι αυτή η γυναίκα πράγματι μπορεί να αλλάξει τους κανόνες. Η ερμηνεία της έμεινε περισσότερο στην αναγνωρίσιμη κωμική περσόνα, παρά στην πολιτική πυκνότητα του χαρακτήρα.
          Ο Κρατερός Κατσούλης ως «Κινησίας» διαθέτει σίγουρα σκηνική άνεση και κωμικό ένστικτο, και η σχέση του με τη «Μυρρίνη» θα μπορούσε να γίνει μια από τις πιο ακραίες, σωματικές και πολιτικά φορτισμένες κωμικές σκηνές του έργου. Όλα περιόριστηκαν στο προφανές.
          Η Κατερίνα Παπουτσάκη ως «Μυρρίνη» και η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου ως «Κλεονίκη» διαθέτουν σκηνική παρουσία και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κωμωδίας, όμως και αυτές εντάχθηκαν σε μια γενικότερη υποκριτική γραμμή, όπου η εξωστρέφεια συχνά αντικαθιστούσε την ακρίβεια.
          Η Σοφία Καλεμκερίδου ως «Λαμπιτώ» και η Χρύσα Ζαφειριάδου ως «Σπαρτοδείνα» καθοδηγήθηκαν μάλλον να στηρίξουν την κωμικότητα περισσότερο στην εξωτερική εκφορά και στη σωματική υπερβολή, παρά στη λεπτή δημιουργία χαρακτήρα.
          Έξυπνο το εύρημα του ρόλου της Χριστίνας Πετρολέκα ως «ΠειθειΑΙ», επιλογή που εντάσσεται στη σύγχρονη τεχνολογική ματιά της παραγωγής. Η παρουσία της τεχνολογίας ωστόσο, δεν αρκούσε από μόνη της για να παραγάγει δραματουργικό σχόλιο, καθώς ελλόχευε ο κίνδυνος να καταλήξει σε σκηνικό gimmick. Το ίδιο συνέβη και με το υπόλοιπο πολυπληθές καστ σε πολλαπλούς ρόλους: Ιορδάνης Αϊβάζογλου («Φιληδονίδης», «Ευνούχος»), Αντώνης Αντωνάκος («Παιονίδης», «Λάκωνας», «Ευνούχος»), Νίκος Γεωργάκης («Κήρυκας Λακεδαιμονίων», «Στρυμόδωρος»), Δημήτρης Διακοσάββας («Κωφόβουλος», «Ευνούχος»), Χρύσα Ζαφειριάδου («Σπαρτοδείνα»), Σοφία Καλεμκερίδου («Λαμπιτώ», «Γριά»), Κατερίνα Καυκούλα («Σκωρομάχη»), Αναστασία Κελέση («Σκυθή δούλα», «Καλλιστράτη»), Θάνος Κοντογιώργης («Πρωκτοφύλαξ», «Ευνούχος»), Τατιάνα Μελίδου («Αρχιδάμια η Βοιωτή»), Δημήτρης Μορφακίδης («Δορυβρόντης», «Δυσειδαιμώνα»), Χρυσή Μπαχτσεβάνη («Στερησσάνδρα η Κορίνθια», «Διαλλαγή»), Δημήτρης Ναζίρης («Πρύτανης»), Ευθύμης Παππάς («Νεόπουρος»), Βάσω Παύλου («Ρηξυδάτη»), Παναγιώτης Πετράκης («Απόλλωνας», «Λάχης»), Μαριέτα Πρωτόπαπα («Λαναρόστρυχη», «Βροντήρα»), Κώστας Σαντάς («Μάντης Αριστογέρων»), Εύη Σαρμή («Ανδροδάμας»), Γιάννης Τσεμπερλίδης («Τρεμοπίδης», «Ευνούχος»), Γιάννης Χαρίσης («Πρόβουλος»), Κορίνα Λεγάκη («Κορύφω», «Αθηνά»). Όλοι βρίσκονταν στο «κόκκινο» και αρκετές φορές, οι ερμηνείες έμοιαζαν να προαναγγέλλουν το αστείο αντί να το αφήνουν να προκύψει.
          Η μουσική του Γιώργου Ανδρέου, το σκηνικό της Φρόσως Λύτρα, τα κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη, οι φωτισμοί του Στέλιου Τζολόπουλου, η χορογραφία του Κωνσταντίνου Ρήγου, προσαρμόστηκαν στις απαιτήσεις της σκηνοθεσίας. Μουσικός επί σκηνής, ο Βάιος Πράπας.
          Τι είδαμε τελικά; Mία παράσταση που ενώ θέλει να μιλήσει για την επανεκκίνηση μιας κοινωνίας, δυσκολεύεται η ίδια να επανεκκινήσει τον μηχανισμό της αριστοφανικής κωμωδίας. Στην Επίδαυρο δεν αρκεί να γεμίσεις τη σκηνή. Πρέπει να γεμίσεις το κοίλον με νόημα. Και εδώ είδαμε, έναν Αριστοφάνη παλιομοδίτικο με σύγχρονα ρούχα.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.