«ΙΩΝ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Τρίτη, 01/09/2026 00:24
Πώς θα ήταν αν ο Ευριπίδης, αντί για χιτώνα, φορούσε μαύρα γυαλιά; Κάπως έτσι μοιάζει η παράσταση «Ίων» του ΘΟΚ στην Επίδαυρο: ένας αρχαίος μύθος με καθρέφτες-κίονες, δύο Ερμήδες, ζωντανή μουσική, έναν Χορό που δεν κάθεται στιγμή ήσυχος και θεούς που, αν περνούσαν σήμερα από δικαστήριο, μάλλον θα χρειάζονταν καλό δικηγόρο. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος παίρνει την παράξενη, αντιφατική, σκοτεινή και ταυτόχρονα ξεκαρδιστική φύση του ευριπίδειου «Ίωνα» και την κάνει θέατρο με νεύρο, εικόνα και άποψη, χωρίς να ξεχνά ποτέ ότι πίσω από το παιχνίδι υπάρχει μια πολύ σοβαρή ιστορία για τη βία, την εξουσία, τη μητρότητα και την αναζήτηση της ταυτότητας. Και το ωραίο είναι πως, όταν πέσουν τα φώτα, δεν είσαι καθόλου σίγουρος αν είδες μια τραγωδία, μια κωμωδία ή απλώς μια πολύ έξυπνη παγίδα του Ευριπίδη.
Και η παγίδα στήνεται από τα πρώτα λεπτά της παράστασης. Δύο Ερμήδες, ο Αντρέας Κουτσόφτας και ο Βασίλης Χαραλάμπους, ανοίγουν την παράσταση με σωματικότητα, χιούμορ και νοηματική. Δύο αγγελιοφόροι αντί για έναν, σαν να χρειάζεται ο Ευριπίδης διπλή δόση επικοινωνίας για μια ιστορία όπου κανείς δεν καταφέρνει να συνεννοηθεί πραγματικά. Η νοηματική γίνεται έτσι κάτι περισσότερο από σκηνικό εύρημα: σε έναν κόσμο γεμάτο μυστικά, χρησμούς και παρεξηγήσεις, ακόμη και η επικοινωνία έχει τη δική της μετάφραση.
Και έπειτα μπαίνουμε στον ναό. Ή μήπως στον λαβύρινθο; Οι κίονες-καθρέφτες του Βασίλη Παπατσαρούχα πολλαπλασιάζουν τα σώματα και τα είδωλα, διαλύοντας την αίσθηση ενός σταθερού χώρου. Κίονας και καθρέφτης μαζί αντικατοπτρίζουν την παράδοση απέναντι στη ρευστότητα, το σταθερό απέναντι στο αμφίβολο. Γιατί στον «Ίωνα» κανείς δεν είναι ακριβώς αυτό που νομίζουμε, ούτε καν ο ίδιος ο ήρωας.
Και σαν να μην έφταναν οι καθρέφτες, όλοι φορούν μαύρα γυαλιά. Ένα υπέροχα pop εύρημα, όπου όλοι βλέπουν, μα κανείς δεν βλέπει καθαρά. Κρύβουν τα μάτια τους, άρα και το βλέμμα τους και μαζί του κρύβουν τις προθέσεις, τις σκέψεις, την αλήθεια. Ένας ολόκληρος κόσμος ανθρώπων που ψάχνει την ταυτότητά του, ενώ αρνείται να κοιταχτεί στα μάτια.
Ο Μοσχόπουλος, αντί να «σοβαρέψει» τον Ευριπίδη, κάνει κάτι πολύ πιο έξυπνο. Τον παίρνει στα σοβαρά ακριβώς επειδή του επιτρέπει να είναι παιχνιδιάρης. Άλλωστε ο ίδιος ο Ευριπίδης είχε ήδη στήσει αυτή την παγίδα, αφού το έργο ξεκινά με βαριά μυθολογική κληρονομιά, περνά από σκοτάδια, βία και αδιέξοδα και καταλήγει σε μια σχεδόν απίστευτη οικογενειακή αποκατάσταση. Ο σκηνοθέτης εμπιστεύεται την δυναμική του έργου και δεν φοβάται τις αντιφάσεις του. Πιάνει αυτή την ιδιορρυθμία από τα κέρατα και στήνει μία έξοχη παράσταση με έμπνευση, τόλμη, νεύρο, λεπτή ειρωνεία, αισθητική άποψη, δυνατές ερμηνείες και κυρίως θεατρική χαρά, χωρίς να ακυρώνει ποτέ το τραγικό υπόστρωμα. Γιατί οι θεοί δεν είναι ακριβώς φωτεινά πρότυπα. Οι άρχοντες δεν είναι ακριβώς υπόδειγμα δικαιοσύνης. Η αλήθεια δεν είναι διαθέσιμη σε όλους και η καταγωγή δεν είναι απλώς μια οικογενειακή πληροφορία αλλά εισιτήριο κοινωνικής αναγνώρισης. Κι έτσι, πίσω από την αναγνώριση του χαμένου παιδιού και το μυθολογικό happy end, ο «Ίων» κρύβει ένα πολύ πιο ανήσυχο ερώτημα: Ποιοι είμαστε όταν κανείς δεν μπορεί να μας πει μβεβαιότητα από πού ερχόμαστε; Ο Μοσχόπουλος δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. Και πολύ σωστά κάνει.
Η υπόθεση είναι από μόνη της ένα οικογενειακό θρίλερ. Ο Ίων, παιδί εγκαταλειμμένο στους Δελφούς, αγνοεί την καταγωγή του. Η Κρέουσα, μητέρα του, έχει βιαστεί από τον Απόλλωνα και έχει κρύψει το παιδί για να προστατεύσει την τιμή της. Χρόνια μετά, η ίδια φτάνει στους Δελφούς με τον Ξούθο αναζητώντας λύση για την ατεκνία τους και βρίσκει μπροστά της τον γιο που δεν γνωρίζει ότι έχει.
Μόνο που εδώ, η σκηνοθεσία δεν αφήνει τη βία να κρυφτεί πίσω από την ομορφιά του μύθου. Η λεπτομερής αναφορά στους βιασμούς των γυναικών από τον Απόλλωνα λειτουργεί σαν κατηγορητήριο. Ο θεός του φωτός και της αρμονίας αποκτά ξαφνικά πολύ σκοτεινή σκιά. Και το ερώτημα του Ευριπίδη γίνεται αμείλικτο: τι αξία έχει η θεϊκή τάξη, όταν οι ίδιοι οι θεοί παραβιάζουν κάθε έννοια δικαιοσύνης;
Στο επίκεντρο, η «Κρέουσα» της Στέλλας Φυρογένη. Μια ερμηνεία δυνατή, νευρώδης, συγκινητική χωρίς ίχνος μελοδραματισμού. Η Κρέουσα δεν είναι μια γυναίκα που ζητά να τη λυπηθούν. Είναι μια γυναίκα που απαιτεί να ακουστεί. Ο πόνος της έχει θυμό και ο θυμός της έχει μνήμη. Η Φυρογένη κρατά αυτή την εύθραυστη ισορροπία με εξαιρετική ακρίβεια.
Ο Γιάννης Τσουμαράκης δίνει στον «Ίωνα» νεανικότητα, χιούμορ και την απαραίτητη αμηχανία ενός ανθρώπου που ανακαλύπτει ότι η ζωή του ήταν ένα τεράστιο ερωτηματικό.
Ο Νεοκλής Νεοκλέους ως «Ξούθος» έχει ίσως την πιο απολαυστική δουλειά πάνω στην ευριπίδεια ειρωνεία. Γιατί ο Ξούθος είναι ο άνθρωπος που νομίζει ότι επιτέλους κατάλαβε. Και ακριβώς γι' αυτό δεν καταλαβαίνει τίποτα. Ο ηθοποιός πιάνει με ακρίβεια αυτή την κωμική αμηχανία, χωρίς να μετατρέπει τον χαρακτήρα σε καρικατούρα.
Ο Βαλεντίνος Κόκκινος στον ρόλο του «Παιδαγωγού», ο Γιάννης Βαρβαρέσος ως «Πυθία» και η Μαργαρίτα Ζαχαρίου ως «Αθηνά» συμπληρώνουν ένα ensemble με εξωστρέφεια και συνοχή.
Ο εξαιρετικός Χορός δεν είναι ένα απλό φόντο ή αξεσουάρ, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός, ο οποίος κινεί τα νήματα και απαρτίζεται από τους: Βασίλη Αθανασόπουλο, Δημήτρη Αντωνίου, Ιωάννη Βαρβαρέσο, Γρηγόρη Γεωργίου, Νικόλα Γραμματικόπουλο, Μαρία Δράκου, Μαργαρίτα Ζαχαρίου, Ιωάννα Κορδάτου, Θεοφάνη Κοσμά, Αντρέα Κουτσόφτα, Μάριαν Κυπριανού, Δημήτρη Λαγούτη, Πέλλα Μακροδημήτρη, Θεόφιλο Μανόλογλου, Αθηνά Μουστάκα, Χρήστο Παπαδόπουλο, Χριστίνα Παπαδοπούλου, Ιωάννα Παπαμιχαλοπούλου, Κρις Σπύρου, Μαρία Τσιάκκα, Βασίλη Χαραλάμπους. Ο Φώτης Νικολάου έχει κάνει πολύ καλή δουλειά στην κίνηση. Βλέπουμε έναν Χορό με την πραγματική έννοια της λέξης. Σώματα που άλλοτε λειτουργούν σαν ένα και άλλοτε διαλύονται, κίνηση που γίνεται σχόλιο, τελετουργία αλλά και παιχνίδι.
Η ζωντανή μουσική της Αναστασίας Δημητριάδου (Nama Dama), οργανικό στοιχείο της συνθήκης, δίνει αναπνοή, δημιουργώντας άλλοτε ατμόσφαιρα και άλλοτε ένταση. Μαζί της επί σκηνής οι μουσικοί: Νικόλας Τσαγγάρης και Ζήνων Οικονομίδης.
Τα καλόγουστα κοστούμια του Βασίλη Παπατσαρούχα έχουν μία παράξενη χρονική αμφισημία, αποφεύγοντας επιτυχώς την αρχαιοπρέπεια χωρίς να πέφτουν στην εύκολη «μοντερνιά», ενώ οι φωτισμοί του Γεώργιου Κουκουμά συνομιλούν ιδανικά με τους καθρέφτες, πολλαπλασιάζοντας τις εικόνες και ενισχύοντας την αίσθηση ότι τίποτε δεν έχει μία μόνο όψη.
Και κάπου εδώ βρίσκεται η ουσία της σκηνοθεσίας του Μοσχόπουλου ότι δεν προσπαθεί να κάνει τον Ευριπίδη σύγχρονο. Απλώς αποδεικνύει πόσο σύγχρονος ήταν ήδη. Στο τέλος, οι χρησμοί εξηγούνται, οι συγγένειες αποκαλύπτονται, η οικογένεια ξανασυναρμολογείται και οι θεοί, ως συνήθως, έρχονται να βάλουν τάξη στο χάος που οι ίδιοι δημιούργησαν.
Μόνο που εμείς έχουμε ήδη δει τους καθρέφτες. Και τα μαύρα γυαλιά. Και την Κρέουσα. Και τότε καταλαβαίνουμε το τελευταίο, μικρό κόλπο του Μοσχόπουλου ότι ο «Ίων» μπορεί να τελειώνει με αναγνώριση και happy end, αλλά η παράσταση μας αφήνει με αμφιβολία. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ευριπίδειο απ' όλα. Γιατί όταν ένας θεός σου λέει «όλα μπήκαν στη θέση τους», καλό είναι να ρίξεις άλλη μια ματιά στον καθρέφτη. Κι αν κάτι μένει τελικά από αυτή την παράσταση, είναι η αίσθηση της ικανοποίησης και της πληρότητας!


