• BUZZ
  • Κριτική Onlytheater
  • «Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΤΕΡΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑ ΠΡΙΝ ΤΟ ΠΕΝΑΛΝΤΙ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
«Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΤΕΡΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑ ΠΡΙΝ ΤΟ ΠΕΝΑΛΝΤΙ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΤΕΡΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑ ΠΡΙΝ ΤΟ ΠΕΝΑΛΝΤΙ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


3.0/5 rating 1 vote

          Ο Γιόζεφ Μπλοχ, ένας πρώην διάσημος τερματοφύλακας, πηγαίνοντας ένα πρωί στη δουλειά του σε ένα εργοστάσιο συμπεραίνει πως έχει απολυθεί. Αρχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους της Βιέννης όπου τα πάντα του προκαλούν δυσφορία. Πηγαίνει σινεμά, πιάνει κουβέντα με την ταμία, την ξανασυναντά αργότερα και καταλήγουν σε ξενοδοχείο. Την επόμενη μέρα, χωρίς προφανή λόγο, τη στραγγαλίζει. Φεύγει εσπευσμένα από την πόλη και καταλήγει σε ένα μικρό χωριό του αυστριακού νότου, από όπου έχει εξαφανιστεί ένας μουγγός μαθητής.
          Το «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» του Peter Handke είναι ένα κοινωνικό ψυχόδραμα που προκάλεσε πραγματική ταραχή όταν εκδόθηκε το 1970. Πρόκειται για το απογυμνωτικό πορτρέτο ενός διαταραγμένου ψυχολογικά ατόμου, το οποίο σχεδόν ασυνείδητα, αποκτά και μια άλλη ιδιότητα: του καταζητούμενου δολοφόνου. O Mπλοχ έχει χάσει τη φήμη του, τη δουλειά του και τώρα αρχίζει να χάνει και τα λογικά του. Φαίνεται ατάραχος, μία συμπεριφορά που διατηρεί σε όλο το έργο, ακόμα κι όταν δολοφονεί το ερωτικό του ενδιαφέρον. Είναι ένας μπερδεμένος και δύσκολος άνθρωπος χωρίς σαφή στόχο. Περιπλανιέται άσκοπα, πίνει, επιδίδεται σε αποκλίνουσες περιπέτειες και σκόπιμους καβγάδες, γίνεται εν αγνοία του δολοφόνος.
          Η παράσταση δια χειρός Άρη Κακλέα παγιδεύεται σε μια θεμελιώδη παρανόηση της θεατρικής διασκευής, αφού αντιμετωπίζει το μυθιστόρημα του Χάντκε σαν υλικό προς εικονογράφηση και όχι σαν υλικό προς δραματουργική μεταμόρφωση. Αντί να αναζητήσει μια σκηνική γλώσσα που να παράγει ένταση, σύγκρουση ή νέα νοήματα, ακολουθεί το κείμενο περιγραφικά, σχεδόν σχολαστικά, μεταφέροντας στη σκηνή όσα ήδη υπάρχουν στις σελίδες του μυθιστορήματος.
          Το αποτέλεσμα είναι ένα θέατρο αναπαράστασης και όχι δημιουργίας. Οι σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς εσωτερική κλιμάκωση, χωρίς αίσθηση κινδύνου, χωρίς δραματουργική αναγκαιότητα. Ο θεατής παρακολουθεί γεγονότα να εκτίθενται μπροστά του, αλλά σπάνια αισθάνεται ότι κάτι πραγματικά διακυβεύεται.
          Το παράδοξο είναι ότι το έργο του Πέτερ Χάντκε είναι χτισμένο πάνω στην αποξένωση, την αβεβαιότητα και τις ρωγμές της αντίληψης. Εδώ, όμως, αυτά τα στοιχεία δεν μετατρέπονται σε θεατρική εμπειρία. Περιγράφονται, δηλώνονται, εικονογραφούνται. Η σκηνή μοιάζει να αφηγείται συνεχώς αυτό που ήδη γνωρίζουμε.
          Κι έτσι η παράσταση καταλήγει σε έναν πληκτικό αγώνα δρόμου. Παρά τη συνεχή δράση, τίποτα δεν αποκτά βάρος. Παρά τις εικόνες, τίποτα δεν χαράσσεται στη μνήμη. Και παρά το σκοτεινό υλικό του έργου, η κυρίαρχη αίσθηση δεν είναι η αγωνία αλλά η μονοτονία.
          Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι η παράσταση είναι δύσκολη ή αφαιρετική. Είναι ότι είναι προβλέψιμη. Η σκηνοθεσία επιλέγει τον ασφαλή δρόμο της πιστής αναπαράστασης και αποφεύγει το πραγματικό ρίσκο μιας δραματουργικής ανάγνωσης. Έτσι, η αγωνία του τερματοφύλακα δεν μεταδίδεται ποτέ στον θεατή. Αυτό που μένει είναι η αίσθηση μιας μακρόσυρτης εικονογράφησης ενός σπουδαίου κειμένου, που συγχέει τη λογοτεχνική αφήγηση με το θέατρο.
          Ο θίασος (Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Φραγκίσκη Μουστάκη, Γιάννης Κοράβος, Αφροδίτη Μπαλίδου, Κατερίνα Καούστου, Χρήστος Τσάβος) μοιάζει να στέκεται απέναντι από το έργο αντί να κατοικεί μέσα σε αυτό. Οι ηθοποιοί περιγράφουν, αναγγέλλουν, αφηγούνται, αλλά σπάνια δρουν. Το σώμα δεν φαίνεται να κουβαλά το βάρος των λέξεων που εκστομίζει. Ο λόγος εκφέρεται με ακρίβεια, καθαρότητα και τεχνική επάρκεια, όμως σπάνια αποκτά δραματική πυκνότητα. Οι χαρακτήρες λειτουργούν περισσότερο ως φορείς ενός λογοτεχνικού υλικού που μεταφέρεται από το χαρτί στη σκηνή χωρίς να μετασχηματίζεται ουσιαστικά σε θεατρική πράξη.
          Ο μόνος που διασώζεται είναι ο μουσικός επί σκηνής, Βάιος Πράπας.
          Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη αποτυχία της παράστασης είναι ότι μετατρέπει τον Χάντκε σε εικονογραφημένο ανάγνωσμα. Οι ηθοποιοί απαγγέλλουν, οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη, οι ιδέες δηλώνονται με επιμέλεια. Αυτό που λείπει είναι το θέατρο. Κι αυτό δεν αναπληρώνεται ούτε με αισθητική ούτε με φιλοδοξία. Κι έτσι, εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει ένα πέναλτι που κρίνει τα πάντα, μένει μόνο η αίσθηση μιας μπάλας που δεν σουτάρεται ποτέ.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.