«ΕΚΕΙΝΟΣ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Δευτέρα, 26/01/2026 12:29
Το «Εκείνος κι Εκείνος», του συγγραφέα Κώστα Μουρσελά, θεωρείται έργο-τοτέμ του νεοελληνικού θεάτρου με λόγο αιχμηρό και πολιτικό βάθος, που αντέχει στον χρόνο. Μολονότι γράφτηκε τη δεκαετία του '70, εξακολουθεί να είναι επίκαιρο, καθώς εστιάζει στην άρνηση του ανθρώπου να υποταχτεί σε έναν κόσμο ασφυκτικά οριοθετημένο. Η επαναφορά του στο σανίδι, σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ρήγα, γεννά εύλογα προσδοκίες, αλλά και τον κίνδυνο μιας σκηνικής ανάγνωσης που επαναπαύεται στη σιγουριά της διαχρονικότητας.
Το έργο, δομημένο σπονδυλωτά, παρακολουθεί την ζωή δύο ανδρών που ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας. Ο «διανοούμενος» Σόλων και ο «ερωτύλος» Λουκάς δεν είναι απλώς δύο άνεργοι περιπλανώμενοι, αλλά φορείς μιας βαθύτερης υπαρξιακής και πολιτικής στάσης απέναντι στη ζωή. Αρνούνται να μπουν στο συστημικό «αυγό», πληρώνοντας το τίμημα της κοινωνικής απομόνωσης. Μπορεί να ζουν όπως τους αρέσει, να κοιμούνται στα παγκάκια με θέα τον έναστρο ουρανό και να μην έχουν να φάνε, αλλά νιώθουν πραγματικά ελεύθεροι, ήρεμοι και ευτυχισμένοι. Με την πρώτη ευκαιρία, αμπελοφιλοσοφούν, ονειρεύονται, συγκρούονται και φανερώνουν την ανάγκη τους για ανθρώπινη επικοινωνία.
Η σκηνική ανάγνωση του Αλέξανδρου Ρήγα εστιάζει στην ασφαλή προσέγγιση με τις απαραίτητες σύγχρονες ενέσεις, αντιμετωπίζοντας τους κεντρικούς χαρακτήρες με μια συμπονετική επιείκεια. Το χιούμορ αναδεικνύεται, η οξύτητα του κειμένου λειαίνεται, ο ρυθμός σε σημεία πλατειάζει και η παράσταση, προσαρμοσμένη στις προσδοκίες του κοινού της, αφήνει μια γλυκόπικρη αίσθηση στο τέλος.
Ωστόσο, απολαμβάνουμε δύο πολύ καλές ερμηνείες από το πρωταγωνιστικό δίδυμο. Ο κ. Γιώργος Κωνσταντίνου προσφέρει έναν «Λουκά» ανθρώπινο, ευάλωτο, μελαγχολικό και συγκινητικό. Η σκηνική του παρουσία λειτουργεί ως σημείο αναφοράς. Κάθε παύση, κάθε βλέμμα, κάθε φαινομενικά «χαλαρή» ατάκα έχει τη βαρύτητα μιας πολυετούς διαδρομής με τεράστιο θεατρικό και πολιτισμικό φορτίο.
Στον αντίποδα, ο Λεωνίδας Κακούρης διαγράφει έναν «Σόλωνα» σαρκαστικό, αιχμηρό και ανήσυχο, που δεν υποκύπτει στις κοινωνικές νόρμες.
Ο Δημήτρης Σταρόβας και η Σοφία Μανωλάκου στους δευτερεύοντες χαρακτήρες εκπροσωπούν την εξουσία, τη μικροαστική νοοτροπία, τον κομφορμισμό.
Η ουδέτερη σκηνογραφία - τα ενδεικτικά κοστούμια του Αντώνη Χαλκιά και οι φωτισμοί του Θοδωρή Γκόγκου εξυπηρετούν τη συνθήκη.
Το έργο του Μουρσελά «σφάζει» με το βαμβάκι, όταν πέσει στα κατάλληλα χέρια. Το χιούμορ λειτουργεί ως άμυνα και ως μέσο αντίστασης. Δεν εξυμνεί την περιθωριοποίηση, απεναντίας, την αποκαλύπτει ως επιλογή με κόστος.


