«ΑΛΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΑΛΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.9/5 κατάταξη (9 ψήφοι)

          Το «Άλλες Εποχές», του Χάρολντ Πίντερ, αφορά στη μνήμη ως εργαλείο εξουσίας και την εξουσία ως καθοριστική δυναμική κάθε σχέσης. Το παρελθόν είναι αυτό που θυμάσαι ή φαντάζεσαι ότι θυμάσαι ή προσποιείσαι ότι θυμάσαι ή υποχρεώνεσαι να θυμάσαι.
          Η πλοκή φαινομενικά είναι απλή, αλλά αινιγματική. Πρόκειται για ένα έργο μικρής φόρμας, που εκτυλίσσεται σε κάποια ανακαινισμένη αγροικία της αγγλικής υπαίθρου, με τρεις πρωταγωνιστές: τον Ντίλι, τη σύζυγό του Κέιτ και τη φίλη των νεανικών της χρόνων, Άννα. Όλοι τους γύρω στα σαράντα και εκλεπτυσμένοι αστοί. Οι δύο φίλες έχουν να ιδωθούν περίπου είκοσι χρόνια, από τότε που ζούσαν στο Λονδίνο και μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο, το ίδιο κρεβάτι και ίσως τα ίδια εσώρουχα. Η υποψία μιας λεσβιακής σχέσης ανάμεσά τους ενυπάρχει στο έργο, καθιστώντας ακόμα πιο ισχυρό το τρίγωνο που σχηματίζεται από τις δύο γυναίκες και τον άνδρα. Όταν η Άννα επισκέπτεται το ζευγάρι, πυροδοτεί την αναπόληση των «παλιών καιρών» και παρασέρνει τον Ντίλι, ο οποίος φαίνεται αποφασισμένος να παρέμβει σε αυτόν τον γυναικείο κόσμο και να αλλάξει τη χημεία του με λίγη τεστοστερόνη, σε ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι αναμνήσεων με τελικό «έπαθλο» την Κέιτ.
          Το έργο ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο φαντασιακό επίπεδο. Η Άννα θα μπορούσε εξίσου να είναι πραγματικό πρόσωπο ή φανταστικό: ο εφιάλτης του Ντίλι, ή ο δυναμικός, εξωστρεφής εαυτός της εύθραυστης και ντροπαλής Κέιτ. Ακόμη, θα μπορούσε να είναι ένα προκαταρκτικό ερωτικό παιχνίδι ανάμεσα στο ζευγάρι. Ωστόσο, πέρα από την ερμηνεία που θα επιλέξουμε για το έργο, η Άννα παραμένει ένας εισβολέας που διαταράσσει την ισορροπία της συζυγικής σχέσης του Ντίλι και της Κέιτ.
          Η καινοτομία του Πίντερ συνίσταται στο ότι ο «εισβολέας», αυτή τη φορά, βρίσκεται ήδη μέσα στο δωμάτιο. Η αμφιβολία για την ύπαρξη ή μη της Άννας γεννιέται από την εναρκτήρια σκηνή του έργου, όπου παρακολουθούμε τον Ντίλι και την Κέιτ να συζητούν για εκείνη, η οποία ωστόσο βρίσκεται σχεδόν δίπλα τους, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, ακίνητη και χωρίς να μιλά. Η Άννα εισέρχεται δυναμικά στην πραγματικότητα του ζευγαριού, αναπολώντας ιστορίες που μοιράστηκε με την Κέιτ πριν από είκοσι χρόνια στο Λονδίνο. Μέσα από την εξιστόρηση παρελθόντων γεγονότων, καθώς και των αντικρουόμενων εκδοχών τους, η Άννα και ο Ντίλι ξεκινούν έναν παράδοξο αγώνα επικράτησης, κάτι σαν διαγωνισμό μνήμης με στίχους γνωστών τραγουδιών, που πέρα από την κατάκτηση της Κέιτ, έχει ως στόχο τη διεκδίκηση μιας απρόσβλητης ταυτότητας για τον καθέναν από αυτούς. Αν και η Κέιτ αρχικά εμφανίζεται παθητική, δίχως να επιβεβαιώνει ούτε να διαψεύδει τα λεγόμενα τους, η στάση της αλλάζει δραστικά από τη δεύτερη πράξη, και είναι αυτή που θα δώσει το οριστικό τέλος στην αναμέτρηση. Η διεκδίκηση λήγει χωρίς κάποιον νικητή και οι ήρωες του έργου αποσύρονται στην προσωπική τους μοναξιά.
          Με έναν τρόπο τα πρόσωπα του έργου προσπαθούν να επικρατήσουν στο παρελθόν, προκειμένου να νικήσουν στο παρόν. Υπονοείται ότι για να φτάσει κανείς στην αλήθεια των πραγμάτων θα πρέπει να κατανοήσει το παρελθόν. Αλλά η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, καθώς οι ίδιες ιστορίες δίνονται από διαφορετική οπτική γωνία.
          Υπάρχει μία ονειρική ποιότητα σε αυτό το έργο. Μοιάζει με δισεπίλυτο γρίφο, όπου ο θεατής παλεύει με ερωτήματα, τα οποία διαρκώς ανακύπτουν και παραμένουν μετέωρα. Θα μπορούσε η Άννα να είναι πραγματικό ή φανταστικό πρόσωπο; Είναι στην πραγματικότητα η Άννα και η Κέιτ δύο πλευρές του ίδιου ανθρώπου; Είναι και οι τρεις χαρακτήρες νεκροί; Τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο και αυτό είναι το γοητευτικό της υπόθεσης. Το πως η μνήμη και το παρόν διαμορφώνουν την αίσθηση του παρελθόντος
          Ο Άρης Τρουπάκης, στηριζόμενος στην μετάφραση της Έλσας Ανδριανού και στο λιτό σκηνικό του Θοδωρή Χρυσικού, έστησε μια ενδιαφέρουσα, αν και με αδυναμίες παράσταση. Έχω την αίσθηση, όμως, ότι δε φώτισε απολύτως τα υπονοούμενα και διφορούμενα υπεδάφη της πιντερικής δραματουργίας, την απροσδιοριστία των σχέσεων, βυθίζοντας στο σκότος τις αθέατες πλευρές του κειμένου. Οι φωτισμοί του Δημήτρη Λογοθέτη «έντυσαν» τις αναμνήσεις.
          Η σκηνοθετική ασάφεια περιορίστηκε χάρη στην υποκριτική ικανότητα των ηθοποιών. Του έμπειρου Δημήτρη Αλεξανδρή («Ντίλι»), της παιγνιώδους Δέσποινα Κούρτη («Άννα»), της εύθραυστης Ερατούς Πίσση («Κέιτ»).
           Ο Χάρολντ Πίντερ στα πιο σκότεινά του. Δισεπίλυτος γρίφος το «Άλλες Εποχές», σαν στοιχειωμένη σκηνική ποίηση μνήμης και επιθυμίας.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.